Μοναστήρι – Βεργουβίτσα – Οι ρίζες


Η Ελ­λη­νι­κή οικο­γέ­νεια α­πο­τε­λού­σε πά­ντο­τε έ­να φά­ρο φω­το­δό­τη τής κοι­νω­νί­ας, του πο­λι­τισμού και της ι­στο­ρί­ας μας. Μέ­σα α­πό τους κόλ­πους της ξε­πή­δη­σαν ά­ξιοι ερ­γάτες τής γης, ε­πι­στή­μο­νες, τε­χνί­τες, ι­κα­νοί ε­πι­χει­ρη­μα­τί­ες κ.ά. που με την προ­σω­πι­κή τους α­ξιο­σύ­νη, το α­νε­πα­νά­λη­πτο ή­θος και την αν­θρω­πιά τους συ­νέβα­λαν τα μέ­γι­στα στην ά­νο­δο του κοι­νω­νι­κού, οι­κο­νο­μι­κού και πο­λι­τι­σμι­κού ε­πι­πέ­δου της χώ­ρας μας.
Η οι­κο­γέ­νεια ως θε­σμός αλ­λά και ως σύμ­βο­λο, α­πο­τε­λεί στα­θε­ρά το ι­σχυ­ρό­τερο θε­μέ­λιο, την πιο στέ­ρε­η βά­ση της κοι­νω­νι­κής δο­μής και ορ­γά­νω­σης.
Α­ξί­ζει να ε­νη­με­ρώ­νε­ται σή­με­ρα η το­πι­κή κοι­νω­νί­α αλ­λά και η ευ­ρύ­τε­ρη πε­ριο­χή για την προ­σω­πι­κή ι­στο­ρί­α Ελ­λη­νι­κών Οι­κο­γε­νειών που έ­βα­λαν τη δι­κή τους σφρα­γί­δα με την δρά­ση και την γε­νι­κό­τε­ρη κοι­νω­νι­κή τους πα­ρου­σί­α.

Η δη­μιουρ­γί­α των ε­πω­νύ­μων

Κα­τά την τουρ­κο­κρα­τί­α και τις πρώ­τες δε­κα­ε­τί­ες με­τά την ε­πα­νά­στα­ση λί­γα ε­πώ­νυ­μα δια­τη­ρού­νταν α­πό τη μια γε­νιά στην άλ­λη. Συ­νή­θως, ό­πως συ­νέ­βαι­νε και στην αρ­χαιό­τη­τα, τα παι­διά έ­παιρ­ναν ως ε­πώ­νυ­μο το μι­κρό ό­νο­μα του πα­τέ­ρα τους σε πτώ­ση γε­νι­κή (π.χ. ο Γιάν­νης το παι­δί του Βα­σί­λη ο­νο­μα­ζό­ταν Γιάν­νης Βα­σι­λεί­ου. Ο Χρή­στος, το παι­δί του Α­πο­στό­λη, ο­νο­μα­ζό­ταν Χρή­στος Α­πο­στό­λου κ.λ.π.). Τρεις γε­νιές λοι­πόν συ­νή­θως εί­χαν τρί­α δια­φο­ρε­τι­κά ε­πώ­νυ­μα. Αν ο παπ­πούς λε­γό­ταν Α­να­γνώ­στης Α­θα­να­σί­ου, το παι­δί Βα­σί­λειος Α­να­γνώ­στου και το εγ­γό­νι Πέ­τρος Βα­σι­λεί­ου. Απ’ αυ­τό α­ντι­λαμ­βά­νε­ται κα­νείς πό­σο δύ­σκο­λη εί­ναι η α­να­ζή­τη­ση του οι­κο­γε­νεια­κού δέν­δρου μιας οι­κο­γέ­νειας.

Θέ­ση του χω­ριού

Το χω­ριό Βερ­γου­βί­τσα (Μο­να­στή­ρι), γε­νέ­τει­ρα των Ρο­ζέ­ων, βρί­σκε­ται στο βό­ρειο μέ­ρος της Πε­λο­πον­νή­σου στο Νο­μό Α­χα­ΐ­ας με με­ρι­κή θέ­α στον Κο­ριν­θια­κό κόλ­πο. Εί­ναι ο­ρει­νό χω­ριό χτι­σμέ­νο στις πλα­γιές του ό­ρους Ευ­ρω­στί­να (Μα­γκλα­βάς – η σλά­βι­κη προ­φα­νώς ο­νο­μα­σί­α του), σε υ­ψό­με­τρο α­πό 600 έ­ως 700 μέ­τρων και α­πέ­χει 14 χι­λιό­με­τρα α­πό την πα­ρα­λί­α της Αι­γεί­ρας. Για να φτά­σου­με στο χω­ριό περ­νά­με α­πό τον οι­κι­σμό Λα­μπι­νός, στη συ­νέ­χεια συ­να­ντού­με την αρ­χαί­α Αι­γεί­ρα (Παλιόκαστρο), με­τά το χω­ριό Αι­γές (Βλο­βω­κά) και κα­τό­πιν την Βερ­γου­βί­τσα.

Από την εποχή του Ομήρου...

Η πε­ριο­χή στους αρ­χαί­ους χρό­νους
Η ι­στο­ρί­α της ευρύτερης πε­ριο­χής ξε­κι­νά α­πό την ε­πο­χή του Ο­μή­ρου. Ο Ό­μη­ρος στη Ι­λιά­δα α­να­φέ­ρει την Υ­πη­ρε­σί­η (την με­τέ­πει­τα αρ­χαί­α Αί­γει­ρα) για τη συμ­με­το­χή της με κα­ρά­βια και στρα­τό στον Τρω­ι­κό Πό­λε­μο (Ι­λιά­δα Ραψ. Β΄στίχ. 573 και Ο΄ 254).
Η πε­ριο­χή κα­τά τους Ελ­λη­νι­στι­κούς χρό­νους γνώρι­σε με­γά­λη ακ­μή και αυ­τό μαρ­τυ­ρεί­ται α­πό τις α­να­σκα­φές και τα ευ­ρή­μα­τα στην αρ­χαί­α Αι­γεί­ρα.
Το 166 μ.Χ. συ­νέ­βη μιά τρο­μα­κτι­κή ε­πι­δημί­α και ο ά­γριος λοιμός που την α­κο­λού­θη­σε, σά­ρω­σε κυ­ριο­λε­κτι­κά την Ρω­μα­ϊ­κή αυτο­κρα­το­ρί­α θα­να­τώ­νο­ντας τε­ρά­στιους πλη­θυ­σμούς, στην πλειο­ψη­φί­α τους κατοί­κους πό­λε­ων και α­νά­με­σα τους την α­φρό­κρε­μα της δια­νο­ή­σης της ε­πο­χής. Η με­γά­λη αυ­τή ε­πι­δη­μί­α μέ­σα σε 6 μή­νες έ­δω­σε το τε­λι­κό κτύ­πη­μα στα προι­κισμέ­να μυα­λά και τα­λέ­ντα σε ό­λη την δια­νό­η­ση της αυ­το­κρα­το­ρί­ας. Μί­α πα­ρά­δοση χι­λιε­τιών δια­κό­πη­κε α­πό­το­μα, δέ­κα πε­ρί­που χρόνια πριν τη γνω­στή πε­ρι­ή­γη­ση του Παυ­σα­νί­α ο οποίος βρήκε την Ελ­λά­δα σχεδόν μια nμιέρnμn χώ­ρα.

Τούρκοι και Ενετοί...

Α΄ Τουρκο­κρα­τί­α 1458-1685)Το 1458 κα­τα­λαμ­βά­νε­ται η Πε­λο­πόν­νη­σος α­πό τους Τούρ­κους.
Οι Τούρ­κοι κα­τά την κυ­ριαρ­χί­α τους στην Πε­λο­πόν­νη­σο εί­χαν ε­πι­τρέ­ψει την αυ­το­διοί­κη­ση των Ελ­λή­νων και δεν πε­ριό­ρι­ζαν την θρη­σκευ­τι­κή ε­λευ­θε­ρί­α. Ό­μως το σκλη­ρό γαιο­κτη­τι­κό κα­θε­στώς και η βα­ριά φο­ρο­λο­γί­α που ε­πέ­βα­λαν, δη­μιούρ­γη­σαν ά­σχη­μες συν­θή­κες δια­βί­ω­σης.
Πη­γές για τις συν­θή­κες που ε­πι­κρα­τού­σαν κα­τά την Α΄ Τουρ­κο­κρα­τί­α και κυρί­ως της πε­ριο­χής μας δεν υ­πάρ­χουν. Η μό­νη πη­γή έρ­χε­ται α­πό χει­ρό­γρα­φο με χρο­νο­λο­γί­α 1793, του Εμ­μα­νου­ήλ Σκαρ­πέ­τη ε­μπό­ρου, το ο­ποί­ο σώ­ζε­ται στη Μο­νή Ταξιαρ­χών Αι­γί­ου που α­να­φέ­ρει ό­τι γεν­νή­θη­κε στην Α­ρά­χο­βα το 1748.
Στο χει­ρό­γρα­φο αυ­τό ο Εμ­μ. Σκαρ­πέ­της γρά­φει ό­τι το χω­ριό Α­ρά­χο­βα την ε­πο­χή ε­κεί­νη (της Α΄ Τουρ­κο­κρα­τί­ας) ή­ταν ι­διο­κτη­σί­α κά­ποιας Σουλ­τά­νας και α­πο­κα­λεί­το και «Σουλ­τά­να».

Προς την απελευθέρωση...

Η μά­χη της Α­κρά­ταςΜε­τά την κα­τα­στρο­φή του Δρά­μα­λη στα Δερ­βε­νά­κια, οι ε­να­πο­μεί­να­ντες Τούρ­κοι ξε­κί­νη­σαν περ­πα­τώ­ντας να φτά­σουν στην Πά­τρα.
Ε­κεί­νες τις η­μέ­ρες στην πε­ριο­χή των Χα­σί­ων α­πει­λού­νταν να γί­νει εμ­φύ­λιος σπα­ραγ­μός. Πα­λαιά μί­ση και πρό­σφα­τες δια­φο­ρές με­τα­ξύ των Πε­τι­με­ζαί­ων και του Σω­τή­ριου Χα­ρα­λά­μπη ο­δη­γού­σαν τους α­γω­νι­στές σε δυ­να­μι­κή α­να­μέ­τρη­ση. Ο ι­σχυ­ρός προ­ε­στός Χα­ρα­λά­μπης, δεν μπο­ρού­σε να α­νε­χθεί την χει­ρα­φέτη­ση των χθε­σι­νών κλε­φτών Πε­τι­με­ζαί­ων, οι ο­ποί­οι τώ­ρα με τα ό­πλα τους α­πέκτη­σαν δη­μο­τι­κό­τη­τα και ι­σχύ στην ε­παρ­χί­α, α­να­τρέ­πο­ντας την πα­λιά τά­ξη πραγ­μά­των. Ό­ταν ό­μως πλη­ρο­φο­ρή­θη­καν ό­τι 3500 Τούρ­κοι το βρά­δυ στις 4 Ια­νουα­ρίου 1823 εί­χαν στρα­το­πε­δεύ­σει στην πε­ριο­χή του ση­με­ρι­νού Δερ­βε­νί­ου με προ­ορι­σμό την Πά­τρα, πα­ρα­μέ­ρι­σαν τα μί­ση και τις δια­φο­ρές τους για να πο­λε­μή­σουν τους ε­χθρούς τους.

Μετά την απελευθέρωση...

Δή­μοι και Κοι­νό­τη­τεςΜε­τά την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση άρ­χι­σε να ορ­γα­νώ­νε­ται το κρά­τος και κα­θιε­ρώ­θη­καν οι Δή­μοι.
Στις 27-12-1833 έ­γι­νε ο Δή­μος Φελ­λό­ης συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης της Βερ­γου­βί­τσας με έ­δρα τη Σβυ­ρού (Ό­α­ση). Με το Β.Δ. της 19ης Ιου­νί­ου 1841 ο Δή­μος Φελ­λό­ης έ­γι­νε Β΄ Τά­ξε­ως με έ­δρα τη Σε­λιά­να. Δή­μαρ­χος Φελ­λό­ης διε­τέ­λε­σε ο Γε­ώρ­γιος Ρό­ζος και με­τέ­πει­τα ο εγ­γο­νός του Πα­να­γής Α­πο­στό­λου Ρό­ζος. Ε­πί­σης ε­πί ει­κο­σα­ε­τί­α διε­τέ­λε­σε Δή­μαρ­χος ο Θε­ό­δω­ρος Κα­ρα­βέ­λας, ιατρός α­πό τη Σε­λιά­να, ο ο­ποί­ος εί­χε πα­ντρευ­τεί την α­δελ­φή του Πα­να­γή Α. Ρό­ζου Γα­ρου­φα­λιά.
Με­τά την κα­τάρ­γη­ση των Δή­μων με το Β.Δ. της 18ης Αυ­γού­στου 1912 η Βερ­γου­βί­τσα α­να­γνω­ρί­στη­κε ως Κοι­νό­τη­τα και μέ­χρι το 1944 υ­πα­γό­ταν διοι­κη­τι­κά στην Ε­παρ­χί­α Κα­λα­βρύ­των. Με το διά­ταγ­μα της 22ας Μα­ΐ­ου 1944 υ­πή­χθη στην ε­παρ­χί­α Αι­για­λεί­ας . Με το Β.Δ. 20-9-1955 η Βερ­γου­βί­τσα με­το­νο­μά­στη­κε σε Μο­να­στή­ρι.
Α­πο­γρα­φές πλη­θυ­σμού

Η ρί­ζα...

Ο Α­ντώ­νης Ρό­ζος (1705) όπως φαίνεται εί­ναι ο πρώ­τος Ρό­ζος Βερ­γου­βι­τσιώ­της α­πό ε­πί­ση­μη πη­γή.
Αν πε­ρι­γρά­ψου­με το χα­ρα­κτή­ρα του μπο­ρού­με να πού­με ό­τι ή­ταν σο­βα­ρός φι­λα­λή­θης και συ­μπαθής στο χω­ριό του. Η γνώ­μη του ή­ταν σε­βα­στή ό­χι μό­νο στους Βερ­γου­βι­τσιώ­τες αλ­λά και στα γύ­ρω χω­ριά (υ­πό­θε­ση ο­ρί­ων Ευ­ρω­στί­νας).
Ο Α­ντώ­νης Ρό­ζος εί­χε γιό τον Βα­σί­λη. Για άλ­λα παι­δί­α δεν γνω­ρί­ζου­με
Συ­να­ντά­με ε­πί­σης και Γιάν­νη Ρό­ζο (1760).
Ο Γιάν­νης Ρό­ζος εί­χε γιό τον Θα­νά­ση.
Γιάν­νης Ρό­ζος (1760)
Εί­χε γιο τον Θα­νά­ση Ι. Ρό­ζο (1790). Ο Θα­νά­σης Ι. Ρό­ζος συμ­με­τεί­χε στον α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κό α­γώ­να και αποδεικνύεται από το πι­στο­ποι­η­τι­κό του ο­πλαρ­χη­γού Νι­κο­λά­ου Πε­τμε­ζά πε­ρί της δρά­σε­ώς του κα­τά το 1821, με η­με­ρο­μη­νί­α 24 Ια­νουα­ρί­ου 1823. Για α­πο­γό­νους του ο­πλαρ­χη­γού Θα­νά­ση Ρό­ζου δεν γνω­ρί­ζου­με.

Η ρίζα... (συνέχεια)

Θα­νά­σης Γ. Ρό­ζος 1786
Α­πέ­κτη­σε μί­α κό­ρη την Πα­να­γιώ­τα και πή­ρε σώ­γα­μπρο τον Γιάν­νη Μαρ­γώ­ση α­πό Φρα­γκιά­νι­κα ο ο­ποί­ος το πρώ­το του παι­δί το έγ­γρα­ψε Ρό­ζο.
Ο Γιάν­νης Μαρ­γώ­σης εί­χε τρί­α παι­διά το Θα­νά­ση που πέ­θα­νε στο στρα­τό το 1915, το Νι­κο­λή (Μαρ­γώ­σι­δες) και τον Σω­τή­ρη Ρό­ζο που πέ­θα­νε α­νύ­πα­ντρος. Ο Νι­κο­λής απέκτησε δύ­ο κό­ρες. Έ­τσι στα­μά­τη­σε η συ­νέ­χεια των α­πο­γό­νων του Θα­νά­ση Ρό­ζου στην Ρο­ζέ­ϊ­κη ι­στο­ρί­α.
Πα­ντε­λής Γ. Ρό­ζος 1788
Εί­χε μί­α κό­ρη, τον Σω­τή­ρη που δεν α­πέ­κτη­σε παι­διά και τον Χα­ρα­λά­μπη. Ο Χα­ρα­λά­μπης Π. Ρό­ζος αν και εί­χε φερ­σί­μα­τα κο­τζα­μπά­ση, ή­ταν α­γα­πη­τός στο χω­ριό του, ε­νερ­γη­τι­κός και εί­χε αρ­κε­τές γραμ­μα­τι­κές γνώ­σεις που α­πέ­κτη­σε με ι­διαί­τε­ρους δα­σκά­λους. Έ­φτια­ξε το πα­λιό δη­μο­τι­κό σχο­λεί­ο και το δώ­ρι­σε στην εκ­κλη­σί­α που έ­παιρ­νε ε­νοί­κιο α­πό το κρά­τος. Έ­φτια­ξε τον Ά­γιο Πα­ντε­λε­ή­μο­να Αι­γεί­ρας σε μνή­μη του γιου του Πα­ντε­λή (με­τά κα­τασκευα­στεί ο νέ­ος να­ός του Α­γί­ου Πα­ντε­λε­ή­μο­να στα θε­μέ­λια αυ­τού). Α­πέ­κτη­σε ε­κα­το­ντά­δες στρέμ­μα­τα χω­ρά­φια, α­μπέ­λια, στα­φί­δες, ε­λιές, ε­λαιο­τρι­βεί­ο. Ο Χα­ρα­λά­μπης Π. Ρό­ζος εί­χε γιο τον Πα­ντε­λή που σπού­δα­ζε δι­κη­γό­ρος και πέ­θα­νε φοι­τη­τής, και δύ­ο κό­ρες. Η μί­α κό­ρη πα­ντρεύτη­κε στη Σβυ­ρού με τον Βα­σί­λη Χα­ρα­λα­μπό­που­λο και η άλ­λη με τον για­τρό Πα­να­γή Α­ση­μα­κί­δη α­πό τη Σε­λιά­να που τον πή­ρε σώ­γα­μπρο. Ο Α­ση­μα­κί­δης α­πέ­κτη­σε δύ­ο παι­διά, τον Πα­ντε­λή που δεν α­πέ­κτη­σε παι­διά και την Πα­ρα­σκευ­ή που πα­ντρεύ­τη­κε τον Γε­ώρ­γιο Χρό­νη α­νώ­τε­ρο υ­πάλ­λη­λο της κτη­μα­τι­κής τρά­πε­ζας.
Α­πο­στό­λης Γ. Ρό­ζος 1790-1865 Λό­γω ό­τι υ­πάρ­χει η δια­θή­κη του κα­λά δια­τη­ρη­μέ­νη και έ­χει συ­ντα­χθεί στις 29 Α­πρι­λί­ου του έ­τους 1864 έ­χου­με α­κρι­βής στοι­χεί­α για την οι­κο­γέ­νειά του, και λέ­ει τα ε­ξής:
Εν Βερ­γου­βί­τσα του Δή­μου Φελ­λό­ης και εν τη ε­νταύ­θα οι­κί­α του Α­πο­στό­λου Γ. Ρό­ζου σή­με­ρον την ει­κο­στήν ε­νά­τη Α­πρι­λί­ου η­μέ­ραν Τε­τάρ­την και ώ­ραν δε­κά­την πρό με­σημ­βρί­ας το 1864, ει­σελ­θών εις την οι­κί­αν του Α­πο­στό­λου Γε­ωρ. Ρό­ζου κα­τοι­κο­κτη­μα­τί­α ε­νταύ­θα και ε­νο­ρευό­με­νον στην εκ­κλη­σί­αν η Κοί­μη­σις της Θε­ο­τό­κου και εύ­ρων τού­τον κλι­νή­ρην εις το με­σαί­ον δω­μά­τιο της οι­κί­ας του .... και ε­γώ ο συμ­βο­λαιο­γρά­φος να κα­τα­χω­ρώ ό­σα λέ­γει αυ­το­λε­ξή χω­ρίς να με­τα­βά­λω τας έν­νοιάς των, γρά­φων τους ι­δί­ους λό­γους του χω­ρίς να ε­πι­φέ­ρων πα­ρα­μι­κρήν πα­ρα­τή­ρη­σην:
Υ­παν­δρεύ­την με­τα της Βα­σι­λι­κής Α­να­γνώ­στου Μπέ­η προ τριά­κο­ντα τεσ­σά­ρων ε­τών, ε­γέν­νη­σα μετ΄αυ­τής ο­κτώ τέ­κνα τα μεν τέσ­σε­ρα α­πέ­θα­ναν τα δε τέσ­σε­ρα ζούν η Μα­ρί­σλα, Γα­ρου­φα­λιά, Πα­να­γής και Χά­ϊ­δο τα ο­ποί­α ε­γκα­θι­στά και α­φή­νει κλη­ρο­νό­μους του τα α­νω­τέ­ρω τέσ­σε­ρα τέ­κνα.
Την μεν Μα­ρι­σλα υ­πάν­δρευ­σε στην Ζά­χο­λη με­τα του Πα­να­γιω­τά­κη Ψα­ρού και έ­δω­σεν εις αυ­τήν και τον γα­μπρόν του δια προί­κα το α­νά­λο­γο με­ρί­διον της εις ρου­χι­σμόν και με­τρη­τάς δραχ­μάς α­νε­βαί­νο­ντας ό­λα εις δραχ. χι­λιά­δες έξ και πε­ντα­κό­σιες α­ριθ. 6.500 και την ε­γκα­θι­στά κλη­ρο­νό­μον με­τά του θα­νά­του του εις δραχ­μές χι­λί­ας α­ριθ. 1000. Την δε θυ­γα­τέ­ρα του Γα­ρου­φα­λιά υ­πάν­δρευ­σε και αυ­τήν με­τά του εκ Σε­λιά­νης Θε­ο­δώ­ρου Κα­ρα­βέ­λα και έ­δω­σε εις αυ­τήν και τον γαμ­βρόν του δια …. και α­νά­λο­γον με­ρί­διον των και ως προί­κα στα­φι­δά­μπε­λο 5 στρέμ­μα­τα εις Αρ­μυ­ρό του Δή­μου Αι­γεί­ρας, δέ­κα ε­λαιό­δεν­δρα πα­ρά την, εις Οι­κο­νο­μέ­ι­κα του Δή­μου Αι­γεί­ρας. Με­τρη­τάς δραχ­μές τρείς χι­λιά­δες, και ρου­χι­σμόν διά­φο­ρον, α­νε­βαί­νων των των κτη­μά­των των με­τρη­τών και των ρου­χι­σμόν εις δραχ­μές το ό­λον χι­λιά­δες ο­κτώ και πε­να­τα­κο­σί­ας α­ριθ. 8500 και τώ­ρα ε­γκα­θι­στά κλη­ρο­νό­μον του την αυ­τήν Γα­ρου­φα­λιά με­τά του θα­νά­του του εις δραχ­μές τρια­κο­σί­ας (300) την δε ά­γα­μην θυ­γα­τέ­ρα του Χά­ι­δω ε­γκα­θι­στά και α­φή­νει κλη­ρο­νό­μον του με­τά τον θα­να­τό του εις τρείς χι­λιά­δες δραχ­μές α­ριθ. 3000 εις έ­να και ή­μι­ση στρέμ­μα στα­φι­δά­μπε­λον κει­μέ­νης εις θέ­σην Κου­βέ­λη πεύ­κον εις Κοκ­κι­νιές. Δέ­κα πέ­ντε ε­λαιό­δεν­δρα εις ….. ε­ντός του χω­ριού Βλο­βω­κάς του Δή­μου Αι­γεί­ρας σπο­ρά­δην και εις ρου­χι­σμόν διά­φο­ρον κα­τά το έ­θι­μο του τό­που του και της κα­τα­στά­σε­ώς του α­ναι­βαί­νο­ντας εις δραχ­μές χι­λί­ας πε­ντα­κο­σί­ας α­ριθ. 1500 και δέ­κα ο­κά­δες χαλ­κώ­μα­τα και διά­φο­ρα αγ­γεί­α . Εις δε την υ­πό­λοι­πην πε­ριου­σί­αν του κι­νη­τήν και α­κί­νη­τον κα­θώς και αυ­το­κί­νη­τον, κει­μέ­νην εις τους δή­μους Φελ­λό­ης και Αι­γεί­ρας και συ­γκε­κρι­μέ­νην α­πό οι­κί­ες, α­μπέ­λους, στα­φι­δα­μπέ­λους, ε­λαί­αι, ε­λαιο­τρι­βεί­ον α­γρούς πο­τι­στι­κούς και ξε­ρι­κούς και πα­ντός ού­τος δια­κα­τέ­χον, α­πό αι­γο­πρό­βα­τα και λοι­πά ε­γκα­θι­στά και α­φή­νει κύ­ριον …… και κα­θο­λι­κόν κλη­ρο­νό­μον του τον υ­ιόν του Πα­να­γήν ο ο­ποί­ος με­τά του θα­νά­του του να την δια­θέ­τει κα­τά την δι­κήν του αυ­τού ε­πι­θυ­μί­α την α­νω­τέ­ρω πε­ριου­σί­α κα­θώς και το χρη­μα­τι­κόν ό­λον ό­σον έ­χω εις με­τρη­τά και έγ­γρα­φα, υ­πό την ρη­τήν υ­πο­χρέ­ω­σην να δώ­σει στους κλη­ρο­νό­μους ό­σα α­νω­τέ­ρω ά­φη­σα είς τους κλη­ρο­νό­μους χω­ρίς να έ­χει κα­νέ­ναν άλ­λον να δια­θέ­σει τού­τον τον υ­ιόν του Πα­να­γήν είς ο­βο­λόν. Και αν δώ­σει ο κλη­ρο­νό­μος τού­τος Πα­να­γής εις τον ε­πί­τρο­πον της εκ­κλη­σί­ας η Κοί­μη­σης της Πα­να­γί­ας δραχ­μές τρια­κο­σί­ας α­ριθ. 300 δια να κα­τα­σκευά­σουν γέ­φυ­ρα οι χω­ρια­νοί του και να πη­γαί­νουν εις τα κτή­μα­τά των εις Ρα­σού­λια, η ο­ποί­α να κα­τα­σκευα­στεί και κτι­σθεί εις τον μύ­λος της Γιαν­νιάς πλη­σί­ον. Ε­πί­σης ο αυ­τός κλη­ρο­νό­μος να δώ­σεις εις τον αυ­τόν ε­πί­τρο­πον της εκ­κλη­σί­ας δραχ­μές δια­κο­σί­ας ο­πό­τε οι χω­ρια­νοί οι­κο­δο­μή­σουν νέ­ον να­όν ε­ντός του χω­ριού Βερ­γου­βί­τσης και ό­ταν τα δώ­σει να εί­ναι πα­ρόν ό­λοι ο χω­ρια­νοί να λά­βου­σιν γνώ­σιν».
Α­πό τη δια­θή­κη αυ­τή μπο­ρού­με να κα­τα­λά­βου­με το χα­ρα­κτή­ρα και την οι­κο­νο­μι­κή κα­τά­στα­ση του Α­πο­στό­λη α­φού παρ΄ ό­τι εί­ναι κλι­νή­ρης και ε­τοι­μο­θά­να­τος, σκέ­πτε­ται για την α­νά­πτυ­ξη του χω­ριού του με το να ε­πι­θυ­μεί να γί­νει γε­φύ­ρι και και­νούρ­γιος Να­ός. Ο με­τέ­πει­τα εγ­γο­νός του Γιώρ­γης Π. Ρό­ζος που εί­χε γνω­ρί­σει τον Α­πο­στό­λη ά­κου­γε τα σχό­λια α­πό άλ­λους που έ­λε­γαν για τον παπ­πού του ότι ή­ταν σο­βα­ρός, σε­βα­στός και α­γα­πη­τός άν­θρω­πος στο χω­ριό την ε­πο­χή ε­κεί­νη. Μά­λι­στα έ­λε­γε ο Γιώρ­γης Π. Ρό­ζος ό­τι τον ο­νό­μα­ζαν Νέ­στο­ρα, πα­ρο­μοιά­ζο­ντάς τον με τον μυ­θι­κό βα­σι­λιά της Πύ­λου Νέ­στο­ρα, που ο Ό­μη­ρος τον πα­ρου­σιά­ζει σαν γέ­ρο­ντα, αλ­λά αν­δρεί­ο α­κό­μα μα­χη­τή που δια­κρι­νό­ταν α­νά­με­σα σε ό­λους τους Έλ­λη­νες για τη σω­φρο­σύ­νη του.
Οι κό­ρες του Α­πο­στό­λη, η Μα­ρί­σλα πα­ντρεύ­τη­κε τον Πα­να­γιω­τά­κη Ψα­ρό α­πό τη Ζά­χο­λη (λε­γό­ταν ό­τι την έ­κλε­ψε), η Γα­ρου­φα­λιά πα­ντρεύ­τη­κε το Θε­ό­δω­ρο Κα­ρα­βέ­λα α­πό τη Σε­λιά­να για­τρό ο ο­ποί­ος ή­ταν Δή­μαρ­χος Φελ­λό­ης ε­πί ει­κο­σα­ε­τί­α, και η Χά­ι­δω που πα­ντρεύ­τη­κε τον Χρή­στο Πε­τρό­που­λο α­πό τα Αρ­φα­ρά (υ­πάρ­χει στην Αι­γεί­ρα σή­με­ρα μα­κρι­νή εγ­γο­νή της με το ό­νο­μα Χά­ϊ­δω Πα­πα­για­νο­πού­λου).
Πα­να­γής Α. Ρό­ζος 1830 - 1902 Ό­πως ο Κώ­στας Γ. Ρό­ζος εγ­γο­νός του μας με­τέ­φε­ρε,ο Παναγής ή­ταν τί­μιος, η­θι­κός, δη­μιουρ­γι­κός και πο­λύ α­γα­πη­τός στους χω­ρια­νούς του και μεγά­λα πο­λι­τι­στι­κά προ­σό­ντα. ­Έ­γι­νε δή­μαρ­χος Φελ­λό­ης και φρό­ντι­σε πο­λύ για το χω­ριό. Έ­κτι­σε το προ­σκυ­νη­τά­ρι με κα­μά­ρα που έ­χει μια πε­ρί­ερ­γη θέ­ση για να ρί­χνουν οι πι­στοί χρή­μα­τα σε βο­ή­θεια της εκ­κλη­σί­ας και φύ­τε­ψε τα κυ­πα­ρίσ­σια στις ά­κρες του δρό­μου που ο­δη­γεί α­πό το προ­σκυ­νη­τά­ρι στην εκ­κλη­σί­α. Λέ­γε­ται ό­τι ε­μπνεύ­στη­κε το φύ­τε­μα των κυ­πα­ρισ­σιών, α­πό αυ­τά που εί­δε στην Τρυ­πη­τή στο Αί­γιο όταν πήγαινε σχολείο. Μζζε­τέ­φε­ρε τα νε­κρο­τα­φεί­α του Α­γί­ου Νι­κο­λά­ου και Α­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου στην Πα­να­γί­α και πε­ρι­μά­ντρω­σε το νέ­ο νε­κρο­τα­φεί­ο Έ­φτια­ξε έ­να γε­φύ­ρι στο Ρα­σού­λι, ό­πως ή­ταν και αυ­τό ε­πι­θυ­μί­α του πα­τέ­ρα του, που σε μια κα­τε­βα­σιά γκρε­μί­στη­κε και κα­τά δια­βο­λι­κή σύ­μπτω­ση πα­ρέ­συ­ρε και έ­πνι­ξε τη Βα­σί­λω Αν­δρι­κο­πού­λου - Α. Κου­τσα­λέ­ξη. Έ­φτια­ξε τρεις βρύ­σες με κο­ρύ­τες (πο­τί­στρες) μί­α στην Πλά­κα που την λέ­νε Κα­μά­ρι, μια στου Κλέ­ρη που κα­τε­στρά­φη το 1940 και μια στην κά­τω βρύ­ση που κα­τα­στρά­φη­κε το 1941. Κα­τόρ­θω­σε και έ­γι­νε δη­μό­σιο Δη­μο­τι­κό σχο­λεί­ο, για­τί μέ­χρι το 1885 ή­ταν ι­διω­τι­κό και ο δά­σκα­λος πλη­ρω­νό­ταν α­πό το χω­ριό. (Ο πρώ­τος δά­σκα­λος ή­ταν ο Κου­τσο­δά­σκα­λος α­πό την Τσι­λαρ­δή της Βε­λάς).
Ο Πα­να­γής πα­ντρεύ­τη­κε τη Μα­ρί­α Κα­νελ­λο­πού­λου α­πό το Μαυ­ρέ­ντι. Η Μα­ρί­α Κα­νελ­λο­πού­λου ή­ταν εγ­γο­νή της Αρ­χό­ντισ­σας της Αι­κα­τε­ρί­νης Οι­κο­νο­μο­πού­λου - Αγ­γε­λε­το­πού­λου.*
Ο Πα­να­γής Ρό­ζος κα­τοι­κού­σε και στην Αι­γεί­ρα στο σπί­τι που έ­κτι­σε το 1860-64 πε­ρί­που και κα­τοι­κεί σή­με­ρα η οι­κο­γέ­νεια Νι­κο­λά­ου Κ. Ρό­ζου. Η πε­ριο­χή αυ­τή σή­με­ρα λέ­γε­ται Οι­κο­νο­μέ­ι­κα και Ρο­ζέ­ι­κα. Οι­κο­νο­μέ­ϊ­κα α­πό την με­γά­λη έ­κτα­ση που εί­χε η Αρ­χό­ντισ­σα –Οι­κο­νο­μο­πού­λου που με­τέ­πει­τα έ­δω­σε προί­κα στον Πα­να­γή. (Τό­τε οι πε­ρισ­σό­τε­ροι Βερ­γου­βι­τσιώ­τες τον χει­μώ­να με­τοι­κού­σαν στην Αι­γεί­ρα στην πε­ριο­χή Κόκ­κι­νου Βρά­χου που ο­νο­μά­ζε­ται μέ­χρι σή­με­ρα Βερ­γου­βι­τσιώ­τι­κα κα­λύ­βια και ή­ταν η χει­με­ρι­νή έ­δρα της κοι­νό­τη­τας.)
Ο Πα­να­γής λό­γο ό­τι χή­ρε­ψε γρή­γο­ρα εί­χε μό­νο δύ­ο παι­διά τον Γιώρ­γη και το Α­πο­στό­λη. Έ­δω­σε και στα δύ­ο μόρ­φω­ση σχο­λαρ­χεί­ου, δεν συ­νέ­χι­σαν ό­μως τις σπου­δές με σκο­πό να δια­χει­ρι­στούν τη με­γά­λη του πε­ριου­σί­α. Πο­λύ νω­ρίς έ­χα­σε την γυ­ναί­κα του και ε­μπι­στεύ­τη­κε τα δύ­ο παι­διά του στην Πα­να­γιώ­τα Σερ­βέ που της εί­χε δώ­σει με­γά­λα δι­καιώ­μα­τα πά­νω στη δια­παι­δα­γώ­γη­σή τους για­τί ή­ταν γυ­ναί­κα με με­γά­λο η­θι­κό α­νά­στη­μα.
Α­πο­στό­λης Π. Ρό­ζος 1865 Παντρεύτηκε στη Σε­λιά­να στου Μπα­λή και α­πέ­κτη­σε δύ­ο παι­διά τον Θο­δω­ρή που έ­με­νε στα Σε­λια­νί­τι­κα και μί­α κό­ρη τη Μα­ρί­α που πα­ντρεύ­τη­κε το συμ­βο­λαιο­γρά­φο Α­να­γνω­στό­που­λο Παύ­λο.
Μετά τον θάνατο της πρώτης γυναίκας του, ξαναπαντρεύτηκε με την Βασιλική Ανδρικοπούλου κόρη τού ιερέως Αλεξίου Ανδρικόπουλου και της Αικατερίνης Μανούσου από τις Καμάρες, η οποία πέθανε το 1918 και άφησε ορφανό τον 6 ετών Θεόδωρο Ρόζο [1912-1999]. Ο Αποστόλης παντρεύτηκε τρίτη φορά με την Ελένη Τσακανίκα απο το Περιθώρι, η οποία ανέθρεψε τον μικρό Θεόδωρο, ο οποίος παντρεύτηκε την Παναγιώτα Αντωνοπούλου από τη Σελιάνα και απέκτησαν δυο κόρες την Βασιλική και την Ελένη..Α­πό τη δια­θή­κη του Πα­να­γή με η­με­ρο­μη­νί­α 29 Ιου­λί­ου 1902 του Συμ­βο­λαιο­γρά­φου Χρή­στου Κ. Ρη­γό­που­λου α­πό τη Σε­λιά­νια, α­να­φέ­ρει ο συμ­βο­λαιο­γρά­φος ό­τι ο Πα­να­γής Α. Ρό­ζος ή­ταν κλι­νή­ρης με βα­ριά πλη­γή στον τέ­νο­ντα του δε­ξιού πο­διού. Ε­γκα­θι­στά κλη­ρο­νό­μους τους δύ­ο γιους του Γιώρ­γη και Α­πο­στό­λη. Στον Α­πο­στό­λη α­φή­νει ό­τι δεν­δρο­πε­ρί­βο­λα κα­τά τους γά­μους του έ­χει πα­ρα­χω­ρή­σει στα Σε­λια­νίτι­κα Αι­γί­ου και στα Οι­κο­νο­μέ­ϊ­κα της πε­ρι­φε­ρεί­ας Βλω­βο­κάς και ό­τι κα­τω­τέ­ρω θα υ­πο­χρε­ώ­σει τον υ­ιόν του Γε­ώρ­γιο να του δώ­σει. Στον υ­ιόν του Γε­ώρ­γιο α­φή­νει ά­πα­σα την πε­ριου­σί­α του στην πε­ρι­φέ­ρεια του Δή­μου Φελ­λό­ης και Αι­γεί­ρας. Υ­πο­χρε­ώ­νει δε τον υιό του Γε­ώρ­γιο να δώ­σει στον Α­πο­στό­λη την οι­κί­α του ε­ντός του χω­ριού Σε­λια­νή­τι­κα του Δή­μου Αι­γί­ου με την πε­ριο­χή του προ­αυ­λί­ου, χα­μο­κέ­λας και του πε­ρι­βο­λιού.
Γιώρ­γης Π. Ρό­ζος 1859-1936 Πα­ντρεύ­τη­κε την α­δελ­φή του Δη­μάρ­χου Φελ­λό­ης Μα­ρί­α Πα­λαιο­λο­γο­πού­λου α­πό την Α­ρά­χο­βα (Ε­ξο­χή) και α­πέ­κτη­σαν τέσ­σε­ρα παι­διά τον Κώ­στα, τον Θε­ό­δω­ρο, τον Αγ­γε­λή και μί­α κό­ρη την Βα­σι­λι­κή. Ό­ταν συ­στά­θη­καν οι κοι­νό­τη­τες το 1912, πρώ­τος πρό­ε­δρος της Βερ­γου­βί­τσας ή­ταν ο Γε­ώρ­γιος Π. Ρό­ζος, α­πό­γο­νος του πρώ­του με­τε­πα­να­στα­τι­κού δη­μάρ­χου Γε­ωρ­γί­ου Β. Ρό­ζου.
Κώ­στας Γ. Ρό­ζος (1889-1980)
Πο­λέ­μη­σε το 1912 στην εκ­στρα­τεί­α κα­τά των Τούρ­κων στις μά­χες Ε­λάσ­σο­νος, Γιαν­νι­τσών, Σα­ρα­ντα­πό­ρου, Λέ­σβου και Χί­ου με το βαθ­μό του υ­πα­ξιω­μα­τι­κού και τι­μή­θη­κε με με­τάλ­λια αν­δρεί­ας. Έ­γι­νε πρό­ε­δρος της κοι­νό­τη­τας, εκ­κλη­σια­στι­κός σύμ­βου­λος και μέ­χρι το τέ­λος της ζω­ής του εν­δια­φέρ­θη­κε για την πρό­ο­δο της γε­νέ­τει­ρας. Tον Μάρ­τιο του 1945 διο­ρί­σθη­κε α­πό το Νο­μάρ­χη Α­χα­ΐ­ας πρό­ε­δρος. Χά­ρις στις ε­πί­μο­νες προ­σπά­θειές του κα­τά­φε­ρε τον Μάρ­τιο του 1952 να ε­ξα­σφα­λί­σει χρη­μα­το­δό­τη­ση 10 ε­κα­τομ­μυ­ρί­ων για την κα­τα­σκευ­ή του δρό­μου Αι­γεί­ρας Βερ­γου­βί­τσας, με τη βο­ή­θεια του τό­τε Υ­πουρ­γού Υ­γεί­ας κ. Ζα­ϊ­μη.
Ο Κώ­στας Ρό­ζος πα­ντρεύ­τη­κε την Ου­ρα­νί­α Κα­ρα­δή­μα α­πό την Γκού­ρα και έ­κα­νε τέσ­σε­ρις γιους τον Γιάν­νη που σκο­τώ­θη­κε την κα­το­χή το 1943 τε­λω­νια­κό, τον Χρι­στό­φο­ρο τε­λω­νια­κό, τον Σω­τή­ρη α­στυ­νο­μι­κό -τα­χυ­δρο­μι­κό το Νί­κο που πα­ρέ­μει­νε στην Αι­γεί­ρα και μια κό­ρη τη Μα­ρί­α που πα­ντρεύ­τη­κε στην Α­θή­να.
Θό­δω­ρος Γ. Ρό­ζος (1896-1980) Έ­βγα­λε την ε­μπο­ρι­κή σχο­λή Πα­τρών σπού­δα­σε στην Πά­ντειο και σε ηλικια 35 χρονών έγινε διευθυντής της Α' Εφορείας Πατρών και στη συνέχεια πή­ρε τον βαθ­μό του Γε­νι­κού ε­πι­θε­ω­ρη­τή ε­φο­ριών , ενώ έγινε γνωστός σε όλη την Ελλάδα μετά τον 2ο Παγκόσμιο πόλεμο ως ελεγκτής των πλουτισάντων επί κατοχής. Το εν­δια­φέ­ρον του Θό­δω­ρου για το χω­ριό ή­ταν με­γά­λο. Με τη συ­ντα­ξιο­δό­τη­ση του γύ­ρι­σε στην γε­νέ­τει­ρα, έ­κτι­σε σπί­τι που έ­με­νε ό­λο το χρό­νο. Συ­ν­τέ­λε­σε στην υ­δρο­δό­τη­ση της εκ­κλη­σί­ας με α­ντλί­α πριν γί­νει σύν­δε­ση με τη δε­ξα­με­νή, χρη­μα­το­δό­τη­σε το βι­βλί­ο ¨Ι­στο­ρί­α του χω­ριού Βερ­γου­βί­τσα¨ α­κό­μα και τον οι­κο­γε­νεια­κό του τά­φο τον έ­φτια­ξε στο νε­κρο­τα­φεί­ο του χω­ριού. Έ­δι­νε βρα­βεί­α στους μα­θη­τές του χω­ριού, δεί­χνο­ντας έ­τσι την Ρο­ζέ­ι­κη προ­σή­λω­ση για την πνευ­μα­τι­κή α­νά­πτυ­ξη του τό­που. Εί­χε παι­διά τον Γιώρ­γη, τον Νί­κο, τον Τά­κη και μια κό­ρη την Α­σπα­σί­α. Τα τε­λευ­ταί­α χρό­νια ο Νί­κος μέ­νει μό­νι­μα στην Βερ­γου­βί­τσα στο σπί­τι του Θό­δω­ρου δεί­χνο­ντας και αυ­τός την α­γά­πη για το χω­ριό των προ­γό­νων του.
Αγ­γε­λής Γ. Ρό­ζος Με­γα­λο­φα­με­λί­της, δη­μιουρ­γι­κός, φι­λό­πα­τρις, α­ντι­να­ζι­στής και α­ντι­φα­σί­στας, εί­χε φοι­τή­σει στην ε­μπο­ρι­κή σχο­λή Πα­τρών. Α­να­μεί­χθη­κε στα κοι­νά του χω­ριού του, πέ­θα­νε ό­μως νω­ρίς. Ά­φη­σε τέσ­σε­ρις γιους τον Γιώρ­γη, τον Αρ­γύ­ρη, τον Θα­νά­ση μετανάστες στην Αυ­στρα­λί­α, τον Πα­να­γή στην Ελ­λά­δα και τρεις κό­ρες την Αγ­γε­λι­κή την Βα­σι­λι­κή και την Ε­λευ­θε­ρί­α. Ο Πα­να­γής διε­τέ­λε­σε Πρό­ε­δρος στην κοι­νό­τη­τα Αι­γεί­ρας για αρ­κε­τά χρό­νια και το κα­λο­καί­ρι έ­με­νε στην Βερ­γου­βί­τσα που τό­σο α­γα­πού­σε.
Η Αγ­γε­λι­κή πα­ντρεύ­τη­κε στην Ε­λί­κη τον για­τρό Παναγιώτη Αγ­γε­λό­που­λο που πέ­θα­ναν ό­μως νω­ρίς και ά­φη­σαν ορ­φα­νή τη κό­ρη τους Κονδύλω - Λού­λα .
Α­να­γνώ­στης Ρό­ζος 1760 - Αγ­γε­λής Ρό­ζος 1860 Ο Α­να­γνώ­στης Ρό­ζος εί­ναι μια ση­μαί­νου­σα προ­σω­πι­κό­τη­τα της επο­χής του. Το ό­νο­μα Α­να­γνώ­στης δη­λώ­νει μορ­φω­μέ­νο ά­το­μο ή κα­τα­γω­γή α­πό μορφω­μέ­νους γο­νείς. Η ά­πο­ψή μας αυ­τή α­πο­κτά πε­ρισ­σό­τε­ρη ι­σχύ και α­πό το γεγο­νός ό­τι το 1828 ε­ξε­λέ­γη δη­μο­γέ­ρο­ντας στην Βερ­γου­βί­τσα. Ο Α­να­γνώ­στης λοι­πόν εί­ναι έ­να πρό­σω­πο μό­νο στην ι­στο­ρί­α χω­ρίς να έ­χου­με πε­ρισ­σό­τε­ρες πλη­ροφο­ρί­ες για τους προ­γό­νους ή α­πο­γό­νους του.
Αγ­γέ­λω Χή­ρα Γε­ωρ­γα­ντά – Ρό­ζου Α­πό συμ­βό­λαιο του 1886 φαί­νε­ται η Αγ­γέ­λο χή­ρα Γε­ωρ­γα­ντά – Ρό­ζου και οι δύ­ο γιοι της ο Η­λί­ας Γ. Ρό­ζος και ο ε­τε­ρο­θα­λής α­δελ­φός του Θε­ο­φά­νης Γ. Ρό­ζος. Α­πό συμ­βό­λαιο του 1922 α­πο­δει­κνύ­ε­ται ό­τι ο Θε­ο­φά­νης Γ. Ρό­ζος α­πε­βί­ωσε το 1897.
Α­πό­γο­νοι του Θε­ο­φά­νη Γ.Ρό­ζου ή­ταν ο Πα­να­γής και ο Αρ­γύ­ρης.
Ο Πα­να­γής Γ. Ρό­ζος εί­χε γιούς τον Θε­ο­φά­νη και τον Βα­σί­λη ση­με­ρι­νοί κά­τοικοι Αι­γεί­ρας.
Α­πό έγ­γρα­φο του 1902 α­πο­δει­κνύ­ε­ται ό­τι ο Η­λί­ας Γ. Ρό­ζος εί­χε γιο τον Γε­ώρ­γιο Ηλ. Ρό­ζο α­πό­γο­νος του οποί­ου ο Η­λί­ας Ρό­ζος εί­ναι ση­με­ρι­νός κά­τοι­κος Αι­γεί­ρας.
Ιω­άν­νης Γ. Ρό­ζος 1850
Ως κάτοικος Βερ­γου­βί­τσας α­να­φέ­ρε­ται στο 589 συμβό­λαιο του συμ­βο­λαιο­γρά­φου Φελ­λό­ης Χρή­στου Ρη­γό­που­λου το έ­τος 1899. Α­πό τον Ιω­άν­νη Γ. Ρό­ζο προ­έρ­χο­νται οι Ρο­ζέ­οι της Βερ­γου­βί­τσας. Τα α­δέλ­φια Γιάν­νης και Γιώρ­γης Ρό­ζος α­πό­γο­νοι του Ιω­άν­νη Γ. Ρό­ζου, μό­νι­μοι κάτοικοι μέ­χρι πρό­σφα­τα του χωριού και α­πό τους τε­λευ­ταί­ους Ρο­ζέ­ους της Βεργουβίτσας.
Ο Γε­ώρ­γιος Ρό­ζος προ ει­κο­σα­ε­τί­ας εί­χε δια­τε­λέ­σει Πρό­ε­δρος της Κοι­νότη­τας Βερ­γου­βί­τσας - Μο­να­στη­ρί­ου.
Οι Ρο­ζέ­οι της Σβυ­ρούς Για τους Ρο­ζέ­ους της Σβυ­ρούς παίρ­νου­με πλη­ρο­φο­ρί­ες α­πό μια δι­κα­στι­κή α­πό­φα­ση, 8-5-1831 Β.Π α­ριθ. 517-518 όπου ο Βα­σί­λειος Στα­μα­τά­κης – Ρό­ζος, κα­τό­πιν αι­τή­σε­ώς του ο­ρί­ζε­ται ε­πι­τρο­πο­κη­δε­μών των α­νη­λί­κων α­δελ­φών του Πα­να­γιώ­τας και Στα­μα­τού­λας. Το δι­κα­στή­ριο ε­πέ­στη­σε την προ­σο­χή του στα ε­ξής κα­θή­κο­ντα: να ε­πα­γρυ­πνεί σαν πα­τέ­ρας αυ­τών μέ­χρι να ε­νη­λι­κιω­θούν, να προ­σέ­χει α­κρι­βέ­στα­τα την δια­χεί­ρι­ση της πα­τρι­κής πε­ριου­σί­ας και να κρα­τεί λο­γα­ρια­σμό. Να μην πω­λή­σει το πα­ρα­μι­κρό πράγ­μα ά­νευ νο­μί­μου αι­τί­ας και α­δεί­ας του δι­κα­στη­ρί­ου, να φρο­ντί­ζει για ε­παύ­ξη­ση αυ­τών και να φρο­ντί­ζει ως άλ­λος πα­τήρ να υ­πε­ρα­σπί­ζε­ται αυ­τά καθ΄ ό­λη την α­παι­τού­με­νη έ­κτα­ση.
Α­κό­μα σε μια βε­βαί­ω­ση για πο­λι­τι­κή α­πο­ζη­μί­ω­ση στο Σπύ­ρο Γε­ωρ­γί­ου α­πό τη Σβυ­ρού για την συ­με­το­χή του στο α­γώ­να της ε­πα­νά­στα­σης, υ­πο­γρά­φει στις 29 Ιου­λί­ου 1865 Πρό­ε­δρος Σβυ­ρούς Ιω­άν­νης Ρό­ζος.
Αρ­γό­τε­ρα σε πω­λη­τή­ριο συμ­βό­λαιο τον Μά­ϊ­ο του 1883 υ­πο­γρά­φει ο Πα­να­γιώ­της Ιωάν­νου Ρό­ζος, ο γιος του Προ­έ­δρου.
Υ­πάρ­χουν ό­μως αρ­κε­τοί Ρο­ζέ­οι που δεν α­να­φέ­ρο­νται. Ο λό­γος εί­ναι ό­τι οι πρό­γο­νοί τους πι­θα­νόν να μην εί­χαν α­να­γνω­ρι­σμέ­να ε­πώ­νυ­μα. Οι ερ­γα­σια­κές σχέ­σεις ό­μως που ί­σως εί­χαν τα πρό­σω­πα αυ­τά με κά­ποιους Ρο­ζέους πι­θα­νόν να τους έ­δω­σε το ε­πώ­νυ­μο Ρό­ζος.
Το σπου­δαιό­τε­ρο εί­ναι ό­τι σε ό­λες τις φα­τρί­ες των Ρο­ζέ­ων ε­πι­κρα­τού­σαν τα ί­δια ο­νό­μα­τα, Γιάν­νης, Θα­νά­σης, Γιώρ­γης, Α­πο­στό­λης, Σω­τή­ρης κ.α.
Στους πο­λυ­φα­με­λί­τες μπαί­νει και κα­νέ­να πα­ρα­πά­νω ό­πως Νί­κος , Χρή­στος, Δη­μή­τρης κ.α. Το α­ξιο­πε­ρί­ερ­γο εί­ναι ό­τι και οι Ρο­ζέ­οι του Με­τσό­βου έ­χουν και αυ­τοί τα ί­δια ο­νό­μα­τα ό­πως Αγ­γε­λής, Γιώρ­γης, Γιάν­νης, Α­πο­στό­λης.

Οι Ρο­ζέ­οι το 1902

Στο με αριθ. 4942 συμ­φω­νη­τι­κό της 17ης Μαρ­τί­ου 1902 με το ο­ποίο α­φιε­ρώ­νε­ται η έ­κτα­ση που πε­ρι­βά­λει τις πλα­γιές γύ­ρω α­πό τον Ιε­ρό Να­ό της Πα­να­γί­ας στην Βερ­γου­βί­τσα στον εν λό­γω Να­ό, φαί­νε­ται να έ­χουν κλη­θεί ως μάρ­τυ­ρες ό­λοι οι κά­τοι­κοι του χω­ριού.
Εκεί υ­πάρ­χουν γραμ­μέ­νοι 81 μάρ­τυ­ρες, ό­λοι μό­νι­μοι κά­τοι­κοι του χω­ριού. Στα 81 αυ­τά ά­το­μα μπο­ρού­με να δού­με και τους Ρο­ζέ­ους που διέ­με­ναν τό­τε στο χω­ριό. Λου­κάς Α. Ρό­ζος, Θε­ο­φά­νης Ρό­ζος, Γε­ώρ­γιος Ηλ. Ρό­ζος, Βα­σί­λειος Π. Ρό­ζος, Κων/νος Αθ. Ρό­ζος, Γε­ώρ­γιος Π. Ρό­ζος, Α­ρι­στεί­δης Α. Ρό­ζος. Το πα­ρα­πά­νω έγ­γραφο ό­μως α­να­φέ­ρει για την πλειο­ψη­φί­α των κα­τοί­κων. Εν­δε­χο­μέ­νως να εί­ναι και κά­ποιοι Ρο­ζέ­οι που α­που­σί­α­ζαν α­πό την συ­γκέ­ντρω­ση αυ­τή.

Επίλογος...

Γε­νι­κά οι Ρο­ζέ­οι εί­χαν μί­α ι­στο­ρι­κή πο­ρεί­α στους Δή­μους Φελ­λό­ης και Αι­γεί­ρας που συ­νε­χί­ζε­ται α­κό­μα και σή­με­ρα.
Σαν πα­ρά­δειγ­μα α­να­φέ­ρω τον Χα­ρα­λά­μπη Π. Ρό­ζο που ή­ταν μέ­το­χος στην Ε­θνι­κή Τρά­πε­ζα και η γνώ­μη του κα­θό­ρι­ζε ε­θνι­κά θέ­μα­τα, ό­πως για το σι­δη­ρο­δρο­μι­κό σταθ­μό της Αι­γεί­ρας, που ε­πρό­κει­το να γί­νει στα Ρο­ζέ­ι­κα, φρό­ντι­σε να αλ­λά­ξει ο σχε­δια­σμός και να γί­νει στη ση­με­ρι­νή του θέ­ση. Αυ­τό έ­γι­νε με­τά α­πό πα­ρέμ­βα­ση του Γε­ωρ­γί­ου Π. Ρό­ζου για να μην α­παλ­λο­τριω­θούν τα κτήμα­τά του που εί­χε στην πε­ριο­χή αυ­τή αλ­λά και για να α­πο­φευ­χθεί ο θό­ρυ­βος του σταθ­μού που θα βρι­σκό­ταν πο­λύ κο­ντά στην οι­κί­α του. Βλέ­που­με λοι­πόν μετά α­πό 100 και πλέ­ον χρό­νια, (η σι­δη­ρο­δρο­μι­κή γραμ­μή Πε­λο­πον­νή­σου κα­τα­σκευάστη­κε το 1890 πε­ρί­που) πώς μπο­ρεί με την πα­ρέμ­βα­ση ε­νός α­τό­μου να ε­πη­ρε­α­σθεί μί­α ο­λό­κλη­ρη πε­ριο­χή. Δη­λα­δή το κέ­ντρο της Αι­γεί­ρας σή­με­ρα θα ή­ταν στην πε­ριο­χή α­να­το­λι­κά του πο­τα­μού Κριού στα Ρο­ζέ­ϊ­κα.