Μοναστήρι – Βεργουβίτσα – Οι ρίζες

Η α­νά­γκη κα­τα­γρα­φής της οι­κο­γε­νεια­κής ι­στο­ρί­ας
Η Ελ­λη­νι­κή οικο­γέ­νεια α­πο­τε­λού­σε πά­ντο­τε έ­να φά­ρο φω­το­δό­τη τής κοι­νω­νί­ας, του πο­λι­τισμού και της ι­στο­ρί­ας μας. Μέ­σα α­πό τους κόλ­πους της ξε­πή­δη­σαν ά­ξιοι ερ­γάτες τής γης, ε­πι­στή­μο­νες, τε­χνί­τες, ι­κα­νοί ε­πι­χει­ρη­μα­τί­ες κ.ά. που με την προ­σω­πι­κή τους α­ξιο­σύ­νη, το α­νε­πα­νά­λη­πτο ή­θος και την αν­θρω­πιά τους συ­νέβα­λαν τα μέ­γι­στα στην ά­νο­δο του κοι­νω­νι­κού, οι­κο­νο­μι­κού και πο­λι­τι­σμι­κού ε­πι­πέ­δου της χώ­ρας μας.
Η οι­κο­γέ­νεια ως θε­σμός αλ­λά και ως σύμ­βο­λο, α­πο­τε­λεί στα­θε­ρά το ι­σχυ­ρό­τερο θε­μέ­λιο, την πιο στέ­ρε­η βά­ση της κοι­νω­νι­κής δο­μής και ορ­γά­νω­σης.
Α­ξί­ζει να ε­νη­με­ρώ­νε­ται σή­με­ρα η το­πι­κή κοι­νω­νί­α αλ­λά και η ευ­ρύ­τε­ρη πε­ριο­χή για την προ­σω­πι­κή ι­στο­ρί­α Ελ­λη­νι­κών Οι­κο­γε­νειών που έ­βα­λαν τη δι­κή τους σφρα­γί­δα με την δρά­ση και την γε­νι­κό­τε­ρη κοι­νω­νι­κή τους πα­ρου­σί­α.
Ή­ταν κα­λο­καί­ρι του 1985 στη Βεργουβίτσα.
Η δροσιά τού πλάτανου στην πλατεία τού χωριού και το κρυ­στάλ­λι­νο νερό τής πηγής κάλεσε τους θαμώνες τού καφενείου να ξαποστάσουν από τον καυτό ήλιο. Τη μονοτονία τής κα­φε­νό­βιας συντροφιάς άλλαζε πότε - πότε κάποιος νέος επισκέπτης.
Κείνη τη μέρα βρέθηκε στη παρέα ο Γιώρ­γος Ρό­ζος με­τα­νά­στης α­πό την Αυ­στρα­λί­α που μετά από αρκετά χρόνια επισκέφτηκε τη γενέτειρά του.
Αρκετοί χωριανοί μαζεύτηκαν για να μάθουν τα νέα της ξενιτιάς καθώς και ο μπάρ­μπα Χρή­στος Σα­μα­ράς συγ­γρα­φέ­ας δύ­ο βι­βλί­ων για την το­πι­κή ι­στο­ρί­α.
Ο Χρή­στος Σα­μα­ράς βρί­σκο­ντας την ευ­και­ρί­α, του ά­ρε­σε πά­ντα να α­φη­γεί­ται ι­στο­ρί­ες α­πό τα πα­λιά και απ’ αυ­τές που έ­ζη­σε αλ­λά και απ’ αυ­τές που του δι­η­γή­θη­καν. Έτσι γνώ­ρι­ζε αρ­κε­τά για τις οι­κο­γέ­νειες της Βερ­γου­βί­τσας.
Η συ­ζή­τη­ση κεί­νη τη μέ­ρα, έ­φε­ρε στην κου­βέ­ντα τους Ρο­ζέ­ους της Βερ­γου­βί­τσας και προ­σω­πι­κό­τη­τες της πα­λιάς ε­πο­χής. Έ­χο­ντας κι εγώ την ί­δια πε­ριέρ­γεια με τον μπάρμπα Χρή­στο για το κρυ­φό πα­ρελ­θόν και την ξε­χα­σμέ­νη ι­στο­ρί­α, α­πο­φά­σι­σα έ­στω και κα­θυ­στε­ρη­μέ­να, να προ­σθέ­σω μερικές σε­λί­δες στην το­πι­κή μας ι­στο­ρί­α.
Τα λί­γα χει­ρό­γρα­φα του αείμνηστου Χ. Σαμαρά, μα­ζί με διά­φο­ρα έγ­γρα­φα, δια­θή­κες και πα­λαιά συμ­βό­λαια βο­ή­θη­σαν στην συγ­γρα­φή του βι­βλί­ου αυ­τού.

Με αφορμή τη διήγηση του μπάρμπα Χρήστου Σαμαρά
Εί­ναι σω­στό να βρί­σκε­ται κά­ποιος να γρά­φει την ξε­χω­ρι­στή ι­στο­ρί­α του τό­που του, του χω­ριού του. Οι ξε­χω­ρι­στές αυ­τές α­να­δρο­μές στο πα­ρελ­θόν εί­ναι χρή­σι­μες, για­τί συ­ντε­λούν στην πο­λι­τι­στι­κή και κοι­νω­νι­κή α­νά­πτυ­ξη του τό­που, ώ­στε οι στερ­νοί να πα­ρα­δειγ­μα­τί­ζο­νται α­πό τους προ­γε­νέ­στε­ρους, που έ­δω­σαν έ­να πο­λύ­τι­μο «πα­ρόν». Απ’ αυ­τούς τους προ­γε­νέ­στε­ρους που ή­σαν σε­μνοί, φι­λο­σο­φη­μέ­νοι, σι­γο­μί­λη­τοι, που αν και α­γράμ­μα­τοι, ή­σαν δά­σκα­λοι της προ­ό­δου, του ω­ραί­ου και του η­θι­κού. Με την ε­νερ­γη­τι­κό­τη­τά τους στό­λι­σαν τα χω­ριά με εκ­κλη­σί­ες, σχο­λεί­α, βρύ­σες, βι­βλιο­θή­κες κ.α.
Βλέ­πο­ντας ο κα­θέ­νας την ι­στο­ρι­κή πο­ρεί­α του χω­ριού του, βρί­σκει οι­κο­γέ­νειες που χά­θη­καν μέ­σα στο χρό­νο, αλ­λά η α­ξιο­σύ­νη τους στο χω­ριό α­ντα­να­κλού­σε στην Ελ­λά­δα που έ­φτια­ξε την Ευ­ρώ­πη και αυ­τή την Υ­φή­λιο.
Ό­ταν η η­λι­κί­α μου έ­φτα­σε σε ακ­μή (1925-1940) με κα­τεί­χε μια πε­ριέρ­γεια για το πα­ρελ­θόν, έ­τσι ο­δη­γή­θη­κα στο να δη­μιουρ­γή­σω έ­να φι­λι­κό κύ­κλο α­πό γέ­ρους που εί­χαν γεν­νη­θεί με­τα­ξύ 1845 και 1860 α­κού­γο­ντας τις ι­στο­ρί­ες των παπ­πού­δων τους, που ή­σαν α­γω­νι­στές του ’21. Ο κύ­κλος ε­κεί­νων των γε­ρό­ντων (ε­βδο­μη­ντά­ρη­δων - ο­γδο­ντά­ρη­δων και πα­ρα­πά­νω) μου φέρ­νει μια βα­θιά συ­γκί­νη­ση, για τις ι­στο­ρί­ες που μου λέ­γα­νε τις πα­λιές κεί­νες μέ­ρες. Έ­βλε­πες ε­κεί­να τα γε­ρό­ντια που ’ξε­ραν μό­νο α­νά­γνω­ση και γρα­φή – ό­χι κι ό­λοι τους – να σε κου­βε­ντιά­ζουν μ’ έ­να γλυ­κό χα­μό­γε­λο και στις ε­ρω­τή­σεις μου ά­κου­γα τις σταθ­μι­σμέ­νες γνώ­μες τους και τις κρυ­στάλ­λι­νες συμ­βου­λές τους. Γε­νι­κά ή­σαν άν­θρω­ποι που τι­μού­σαν την κοι­νή γε­νέ­τει­ρα με το υ­ψη­λό τους ή­θος.
Με την α­να­δρο­μή αυ­τή στο πα­ρελ­θόν, έμαθα για πολ­λές οι­κο­γέ­νειες που συ­νέ­δρα­μαν στην ι­στο­ρί­α του τό­που μας και των οποίων η φή­μη η­χεί μέ­χρι σή­με­ρα.
Συμ­με­τεί­χαν στην ε­πα­νά­στα­ση του ’21 προ­σφέ­ρο­ντας, τό­σο τις πο­λε­μι­κές υ­πη­ρε­σί­ες τους, ό­σο και οι­κο­νο­μι­κές για την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση του έ­θνους, ενώ συ­νέ­δρα­μαν στην πολι­τι­στι­κή και πο­λι­τι­σμι­κή α­νά­πτυ­ξη α­φή­νο­ντας έρ­γα - μνη­μεί­α (εκ­κλη­σί­ες, σχο­λεί­α) στα χω­ριά τους και αρ­κε­τά άλ­λα, που σή­με­ρα βλέ­που­με και θαυ­μά­ζουμε.
Α­πό τις οι­κο­γέ­νειες αυ­τές, μί­α ξεχώρισε στη δια­κο­σά­χρο­νη πο­λυ­κύ­μα­ντη ι­στο­ρί­α του χω­ριού Βερ­γου­βί­τσα (Μο­να­στή­ρι). Α­πό πα­λιά, τα μέ­λη αυ­τής της οι­κο­γέ­νειας, ε­κτός α­πό τις πο­λε­μι­κές τους υ­πη­ρε­σί­ες, συ­ντέ­λε­σαν στην πνευ­μα­τι­κή ά­νο­δο των κα­τοί­κων και στο στό­λι­σμα του χω­ριού με α­πα­ραί­τη­τα έρ­γα με αντανάκλαση ό­χι μό­νο για την ε­πο­χή τους αλ­λά μέ­χρι και σή­με­ρα..
Αυ­τή εί­ναι η οι­κο­γέ­νεια των Ρο­ζέ­ων.

Η δη­μιουρ­γί­α των ε­πω­νύ­μων

Κα­τά την τουρ­κο­κρα­τί­α και τις πρώ­τες δε­κα­ε­τί­ες με­τά την ε­πα­νά­στα­ση λί­γα ε­πώ­νυ­μα δια­τη­ρού­νταν α­πό τη μια γε­νιά στην άλ­λη. Συ­νή­θως, ό­πως συ­νέ­βαι­νε και στην αρ­χαιό­τη­τα, τα παι­διά έ­παιρ­ναν ως ε­πώ­νυ­μο το μι­κρό ό­νο­μα του πα­τέ­ρα τους σε πτώ­ση γε­νι­κή (π.χ. ο Γιάν­νης το παι­δί του Βα­σί­λη ο­νο­μα­ζό­ταν Γιάν­νης Βα­σι­λεί­ου. Ο Χρή­στος, το παι­δί του Α­πο­στό­λη, ο­νο­μα­ζό­ταν Χρή­στος Α­πο­στό­λου κ.λ.π.). Τρεις γε­νιές λοι­πόν συ­νή­θως εί­χαν τρί­α δια­φο­ρε­τι­κά ε­πώ­νυ­μα. Αν ο παπ­πούς λε­γό­ταν Α­να­γνώ­στης Α­θα­να­σί­ου, το παι­δί Βα­σί­λειος Α­να­γνώ­στου και το εγ­γό­νι Πέ­τρος Βα­σι­λεί­ου. Απ’ αυ­τό α­ντι­λαμ­βά­νε­ται κα­νείς πό­σο δύ­σκο­λη εί­ναι η α­να­ζή­τη­ση του οι­κο­γε­νεια­κού δέν­δρου μιας οι­κο­γέ­νειας.
Α­κό­μα η με­τα­βο­λή του ε­πω­νύ­μου ή­ταν κα­θιε­ρω­μέ­νη στις οι­κο­γέ­νειες των ιε­ρέ­ων (π.χ. τα παι­διά του ιε­ρέ­α Κων­στα­ντί­νου Α­θα­να­σό­που­λου έ­παιρ­ναν το ε­πώ­νυ­μο Πα­πα­κων­στα­ντί­νου, τα παι­διά του ιε­ρέ­α Χρή­στου έ­παιρ­ναν το ε­πώ­νυ­μο Πα­πα­χρι­στό­που­λος).
Ε­πί­σης τα ο­νό­μα­τα που εί­χαν οι άν­θρω­ποι τις πα­λαιό­τε­ρες ε­πο­χές ί­σως χα­ρα­κτή­ρι­ζαν αυ­τούς και α­πό το ε­πάγ­γελ­μα που έ­κα­ναν, από την προ­έ­λευ­σή τους (άλ­λο κρά­τος - φυ­λή), τον χα­ρα­κτή­ρα τους κ.τ.λ.
Α­πό πλη­ρο­φο­ρί­ες που πή­ρα­με α­πό το κέ­ντρο α­να­ζή­τη­σης της Ι­στο­ρί­ας – τμή­μα ε­πω­νύ­μων – των Η­νω­μέ­νων Πο­λι­τειών Α­με­ρι­κής, α­να­φέ­ρε­ται ό­τι το ό­νο­μα «Ρό­ζος» εί­ναι κα­θαυ­τού Ελ­λη­νι­κό και συ­να­ντά­ται μό­νο στην Ελ­λά­δα. Πι­θα­νόν να σχη­μα­τί­στη­κε για αν­θρώ­πους που καλ­λιερ­γού­σαν στα­φύ­λια ποι­κι­λί­ας «ρο­ζα­κί - ρο­ζα­κιά». Α­κό­μα πλη­ρο­φο­ρού­μα­στε ό­τι ο­νό­μα­τα ό­πως Rozo ή Roso ή Rosis υ­πάρ­χουν στην Κα­λα­βρί­α της Νό­τιας Ι­τα­λί­ας, πε­ριο­χή που κα­τοι­κεί­το α­πό Έλ­λη­νες και χα­ρα­κτη­ρί­ζει αυ­τούς που ί­σως καλ­λιερ­γού­σαν τρια­ντά­φυλ­λα (roza). Ό­μως, η ερ­μη­νεί­α της λέ­ξης «ρό­ζος» στην Ελ­λη­νι­κή γλώσ­σα, ση­μαί­νει το σκλη­ρό ε­ξό­γκω­μα του ξύ­λου. Συ­μπε­ραί­νου­με λοι­πόν ό­τι το ε­πώ­νυ­μο αυ­τό, σχη­μα­τί­στη­κε για αν­θρώ­πους σκλη­ρούς, α­νθε­κτι­κούς και ει­δι­κό­τε­ρα «ε­ξέ­χο­ντες».
Τέ­λος, άλ­λα ο­νό­μα­τα πι­θα­νόν χα­ρα­κτή­ρι­ζαν την προ­έ­λευ­ση των αν­θρώ­πων, που ί­σως εί­χαν ρί­ζες α­πό κά­ποιο άλ­λο λα­ό, π.χ. το ε­πώ­νυμο Σερ­βές (Σέρβος), το ε­πώ­νυ­μο Ι­σπα­ναί­ος - ε­ξέ­χουσας οι­κο­γέ­νειας α­πό την Α­ρά­χο­βα που τώ­ρα έ­χει γί­νει Σπα­νός - δη­λώ­νει την κα­τα­γω­γή «Ι­σπα­νός», το ε­πώ­νυμο Δε­λού­κας που πα­ρέρ­χε­ται α­πό την ε­πο­χή των Φρά­γκων και εί­ναι σύν­θε­το απο­τε­λού­με­νο α­πό δύ­ο μέ­ρη Ντε – Λού­κας, κ.λ.π..
Το ό­νο­μα Ρό­ζος το συ­να­ντά­με σε πολ­λά μέ­ρη της Ελ­λά­δας, στο Μέ­τσο­βο, στο Πόρ­το Χέ­λι, στο Αί­γιο, στην Πά­τρα κ.λπ. Η οι­κο­γε­νεια­κή πα­ρά­δο­ση λέ­ει, ό­τι πο­λύ πριν την ε­πα­νά­στα­ση τού ’21 οι Ρο­ζέ­οι ήλ­θαν α­πό την πε­ριο­χή του Με­τσό­βου της Η­πεί­ρου στην Βερ­γου­βί­τσα. Αυ­τό έ­χει μια λο­γι­κή αιτιολόγη­ση, α­φού στο Μέ­τσο­βο υ­πάρ­χουν σή­με­ρα πολ­λοί Ρο­ζέ­οι. Μά­λι­στα, πριν με­ρι­κές δε­κα­ε­τί­ες, δή­μαρ­χος του Με­τσό­βου ή­ταν κά­ποιος Γε­ώρ­γιος Ρό­ζος.
Ε­δώ α­ξί­ζει να δι­η­γη­θού­με μια ι­στο­ρί­α σχε­τι­κή με το Μέ­τσο­βο.
Κά­ποιο κα­λο­καί­ρι (το ’70 ή το ’71) βρέ­θη­κε στο Μέ­τσο­βο ο Πα­να­γής Αγ­γ. Ρό­ζος α­πό την Αι­γεί­ρα. Ό­ταν έ­μα­θε ό­τι ο Δή­μαρ­χος του Με­τσό­βου λε­γό­ταν Ρό­ζος α­πο­φά­σι­σε να πά­ει να τον συ­να­ντή­σει. Ο δή­μαρ­χος τον δέ­χτη­κε με εν­δια­φέ­ρον στο γρα­φεί­ο του και εί­παν τις ι­στο­ρί­ες τους για τους Ρο­ζέ­ους. Μό­λις άρ­χι­σε να δη­μιουρ­γεί­ται έ­να πο­λύ κα­λό φι­λι­κό πε­ρι­βάλ­λον, ο Πα­να­γής δεν ά­ντε­ξε και του έ­κα­νε μια ε­ρώ­τη­ση : “Δή­μαρ­χε ό­λα κα­λά και ω­ραί­α με τους Ρο­ζέ­ους, αλ­λά ε­μείς ε­κεί κά­τω στην Α­χα­ΐ­α εί­μα­στε Δη­μο­κρα­τι­κοί, ε­σύ πως και εί­σαι με αυ­τούς;” (Ή­ταν πε­ρί­ο­δος της δι­κτα­το­ρί­ας και οι Δή­μαρ­χοι ή­ταν διο­ρι­σμέ­νοι του καθεστώτος). Ο Δή­μαρ­χος δεν μί­λη­σε, πα­ρά σή­κω­σε το τη­λέ­φω­νο. Ο Πα­να­γής πά­γω­σε νο­μί­ζο­ντας ό­τι κα­λού­σε την α­στυ­νο­μί­α. Οι μο­να­δι­κές λέ­ξεις που ά­κου­σε να λέ­ει ο δήμαρ­χος στον ά­γνω­στο συ­νο­μι­λη­τή του ή­ταν: “έ­λα Βαγ­γέ­λη, εί­σαι σπί­τι, θα έλ­θω με έ­ναν φί­λο”. Ο Πα­να­γής ξα­λά­φρω­σε αλ­λά και α­πό­ρη­σε. Σε λί­γο, οι δυο τους διά­βαι­ναν την πόρ­τα ε­νός πα­λιού αρ­χο­ντι­κού. Στο σα­λό­νι τους περί­με­νε ο Ευάγ­γε­λος Α­βέ­ρωφ, ο ο­ποί­ος α­νέ­λα­βε να ε­ξη­γή­σει στον μα­κρι­νό «συγ­γε­νή» του φί­λου Δη­μάρ­χου, ό­τι δέ­χτη­κε να γί­νει ο Ρό­ζος δή­μαρ­χος, για να μην πά­ει κά­ποιος άλ­λος που θα έ­κα­νε ζη­μί­α στο Μέ­τσο­βο.

Θέ­ση του χω­ριού

Το χω­ριό Βερ­γου­βί­τσα (Μο­να­στή­ρι), γε­νέ­τει­ρα των Ρο­ζέ­ων, βρί­σκε­ται στο βό­ρειο μέ­ρος της Πε­λο­πον­νή­σου στο Νο­μό Α­χα­ΐ­ας με με­ρι­κή θέ­α στον Κο­ριν­θια­κό κόλ­πο. Εί­ναι ο­ρει­νό χω­ριό χτι­σμέ­νο στις πλα­γιές του ό­ρους Ευ­ρω­στί­να (Μα­γκλα­βάς – η σλά­βι­κη προ­φα­νώς ο­νο­μα­σί­α του), σε υ­ψό­με­τρο α­πό 600 έ­ως 700 μέ­τρων και α­πέ­χει 14 χι­λιό­με­τρα α­πό την πα­ρα­λί­α της Αι­γεί­ρας. Για να φτά­σου­με στο χω­ριό περ­νά­με α­πό τον οι­κι­σμό Λα­μπι­νός, στη συ­νέ­χεια συ­να­ντού­με την αρ­χαί­α Αι­γεί­ρα (Παλιόκαστρο), με­τά το χω­ριό Αι­γές (Βλο­βω­κά) και κα­τό­πιν την Βερ­γου­βί­τσα. Α­κο­λου­θεί η Σε­λιά­να, το Πε­ρι­θώ­ρι, η Ε­ξο­χή (Α­ρά­χο­βα). Η δια­δρο­μή εί­ναι ευ­χά­ρι­στη μέ­σα α­πό πρά­σι­νο, κα­ταρ­ρά­κτες νε­ρού, πέ­τρι­νες βρύ­σες, ­δά­σος και ό­μορ­φη θέ­α.
Για το ό­νο­μα του χω­ριού, η πα­ρά­δο­ση δεν εί­ναι σα­φής για το πώς προ­ήλ­θε. Ί­σως να προ­έρ­χε­ται α­πό την ε­πο­χή της ε­γκα­τά­στα­σης των Σλά­βων στην Πε­λο­πόν­νη­σο. Σαν στοι­χεί­ο μπο­ρούμε να πά­ρου­με την ο­νο­μα­σί­α μιας κω­μο­πό­λε­ως που υ­πάρ­χει στην Βουλ­γα­ρί­α με το ό­νο­μα Berkovitsa στην πε­ριο­χή Μontana κο­ντά στα σύ­νο­ρα με την Σερ­βί­α και, ό­πως γνω­ρίζου­με, η πε­ριο­χή αυ­τή των Βαλ­κα­νί­ων για ε­κα­το­ντά­δες χρό­νια κα­τοι­κεί­ται από Σλά­βους. Πιθανόν είναι, λοιπόν, να πήρε το χωριό το όνομά του από κάποιον αρχηγό των Σλάβων, π.χ. Βέργοβιτς. ­
Εν­δια­φέ­ρου­σα εί­ναι και η ά­πο­ψη – λο­γο­παί­γνιο του Χρή­στου Σα­μα­ρά με τη συ­νέ­νω­ση των λέ­ξε­ων «Βέρ­γα» και «Βί­τσα» (η γε­ω­μορ­φο­λο­γί­α του χω­ριού ξε­κινά α­πό έ­να πλά­τω­μα που στε­νεύ­ει στην άλ­λη ά­κρη).

Από την εποχή του Ομήρου...

Η πε­ριο­χή στους αρ­χαί­ους χρό­νους
Η ι­στο­ρί­α της ευρύτερης πε­ριο­χής ξε­κι­νά α­πό την ε­πο­χή του Ο­μή­ρου. Ο Ό­μη­ρος στη Ι­λιά­δα α­να­φέ­ρει την Υ­πη­ρε­σί­η (την με­τέ­πει­τα αρ­χαί­α Αί­γει­ρα) για τη συμ­με­το­χή της με κα­ρά­βια και στρα­τό στον Τρω­ι­κό Πό­λε­μο (Ι­λιά­δα Ραψ. Β΄στίχ. 573 και Ο΄ 254).
Η πε­ριο­χή κα­τά τους Ελ­λη­νι­στι­κούς χρό­νους γνώρι­σε με­γά­λη ακ­μή και αυ­τό μαρ­τυ­ρεί­ται α­πό τις α­να­σκα­φές και τα ευ­ρή­μα­τα στην αρ­χαί­α Αι­γεί­ρα.
Το 166 μ.Χ. συ­νέ­βη μιά τρο­μα­κτι­κή ε­πι­δημί­α και ο ά­γριος λοιμός που την α­κο­λού­θη­σε, σά­ρω­σε κυ­ριο­λε­κτι­κά την Ρω­μα­ϊ­κή αυτο­κρα­το­ρί­α θα­να­τώ­νο­ντας τε­ρά­στιους πλη­θυ­σμούς, στην πλειο­ψη­φί­α τους κατοί­κους πό­λε­ων και α­νά­με­σα τους την α­φρό­κρε­μα της δια­νο­ή­σης της ε­πο­χής. Η με­γά­λη αυ­τή ε­πι­δη­μί­α μέ­σα σε 6 μή­νες έ­δω­σε το τε­λι­κό κτύ­πη­μα στα προι­κισμέ­να μυα­λά και τα­λέ­ντα σε ό­λη την δια­νό­η­ση της αυ­το­κρα­το­ρί­ας. Μί­α πα­ρά­δοση χι­λιε­τιών δια­κό­πη­κε α­πό­το­μα, δέ­κα πε­ρί­που χρόνια πριν τη γνω­στή πε­ρι­ή­γη­ση του Παυ­σα­νί­α ο οποίος βρήκε την Ελ­λά­δα σχεδόν μια nμιέρnμn χώ­ρα.
Ο Παυ­σα­νί­ας στα Α­χα­ϊ­κά, ε­κτός α­πό την Αρ­χαί­α Αί­γει­ρα, α­να­φέ­ρει μια πο­λί­χνη (χω­ριό) την Φελ­λό­η και γρά­φει τα ε­ξής: «Α­πό το ιε­ρό του Διός της Αι­γεί­ρας αρ­χί­ζει έ­νας ευ­θύς και α­νη­φο­ρι­κός δρό­μος μέ­σα σε βου­νά. Το μή­κος του δρό­μου εί­ναι πε­ρί­που σα­ρά­ντα στά­δια και ο­δη­γεί στη Φελ­λό­η, η ο­ποί­α εί­ναι μια ά­ση­μη πο­λί­χνη, που δεν εί­ναι πά­ντα κα­τοι­κη­μέ­νη α­κό­μη και τό­τε που την κα­τεί­χαν την πε­ριο­χή οι Ί­ω­νες. Το έ­δα­φος γύ­ρω α­πό τη Φελ­λό­η ή­ταν κα­τάλ­λη­λο για α­μπε­λο­φυ­τεί­ες. Τα ο­ρει­νά και πε­τρώ­δη μέ­ρη της χώ­ρας εί­ναι κα­τά­φυ­τα α­πό το δέν­δρο δρυς (Πολ­λές φο­ρές η ο­νο­μα­σί­α αυ­τή δί­νε­ται σε κά­θε δέν­δρο. Κυ­ρί­ως ό­μως εί­ναι η ο­νο­μα­σί­α γέ­νους δα­σι­κών δέν­δρων της οι­κο­γέ­νειας των κυ­πελ­λο­φό­ρων που ο­νο­μά­ζου­με και «πουρ­νά­ρι» ή βελανιδιά. Α­να­πτύσ­σουν ύ­ψος 25-30 μέ­τρα. Υ­πάρ­χουν πολ­λά εί­δη δρυός, έ­να α­πό αυ­τά εί­ναι και η φελ­λό­δρυς που εί­ναι σπά­νιο και α­πό την ο­ποί­α βγαί­νει ο φελ­λός. Πι­θα­νό­τα­τα, α­πό δέν­δρα σαν την φελ­λο­δρύ, στην πε­ριο­χή που πε­ρι­γρά­φει ο Παυ­σα­νί­ας να πή­ρε το χω­ριό και το ό­νο­μα Φελ­λό­η), στα ο­ποί­α υ­πάρ­χουν α­γριό­χοι­ροι και ε­λά­φια. Αν υπάρχουν στην Ελ­λά­δα οι­κι­σμοί που να διαρ­ρέ­ο­νται α­πό ά­φθο­να νε­ρά με­τα­ξύ αυ­τών πρέ­πει να υ­πο­λο­γι­στεί και η Φελ­λό­η. Ε­δώ υ­πάρ­χουν και Ιε­ρά του Διο­νύ­σου και της Αρ­τέ­μι­δος. Το ά­γαλ­μα της Αρ­τέ­μι­δος εί­ναι κα­τα­σκευα­σμέ­νο α­πό χαλ­κό και πα­ρι­στά­νει τη Θε­ά να σύ­ρει το βέ­λος α­πό τη φα­ρέ­τρα της. Το δε ά­γαλ­μα του Διο­νύ­σου εί­ναι στο­λι­σμέ­νο με χρώ­μα α­πό κιν­νά­βα­ρι (κοκ­κι­νω­πό).
Ε­δώ πρέ­πει να ε­πι­ση­μαν­θεί, ό­τι στη θέ­ση Κά­τω Μα­χα­λάς στη Βερ­γου­βί­τσα υ­πάρ­χουν δύ­ο εκ­κλη­σά­κια της Α­για-Σω­τή­ρως και του Αι- Γιώρ­γη τα ο­ποί­α έ­χουν κτι­στεί πά­νω στα ε­ρεί­πια αρ­χαί­ων να­ών και δί­πλα τους υ­πάρ­χουν υ­πε­ραιω­νό­βιες βε­λα­νι­διές. Ε­πί­σης έ­χουν βρε­θεί στην πε­ριο­χή κα­τά και­ρούς αρ­χαί­οι τά­φοι, τοί­χοι και νο­μί­σμα­τα, κα­θώς ε­πί­σεις υ­πάρ­χουν πολ­λές πη­γές και λα­γκά­δια με αρ­κε­τό νε­ρό.
Α­πό τα πολ­λά το­πω­νύ­μια της Βερ­γου­βί­τσας και σύμ­φω­να με α­ξιο­πρό­σε­κτη τεκμη­ρί­ω­ση του Σα­μα­ρά, στη θέ­ση “Κά­τω Μα­χα­λάς” υ­πήρ­χε χω­ριό που ί­σως στους αρ­χαί­ους χρό­νους πι­θα­νό­τα­τα να έ­φε­ρε το ό­νο­μα Φελ­λό­η. Βέ­βαια πρό­σφα­τες α­να­σκα­φές στη γει­το­νι­κή Σε­λιά­να έ­φε­ραν στο φως ευ­ρή­μα­τα που χω­ρο­γρα­φούν ε­κεί την Αρ­χαί­α Φελ­λό­η.
Βυ­ζα­ντι­νοί-Με­σαιω­νι­κοί χρό­νοι
Η πα­ρακ­μή της πε­ριο­χής και γε­νι­κό­τε­ρα της Αι­για­λεί­ας ξε­κι­νά στα Βυ­ζα­ντι­νά χρό­νια. Το 395 μ.Χ. ο Α­λά­ρι­χος, αρ­χη­γός των ή­δη εκ­χρι­στια­νι­σμέ­νων Γότθων (γύ­ρω στο 380 α­πό μο­να­χούς ο­πα­δούς του α­ρεια­νι­σμού) τους ο­ποί­ους ο αυ­τοκρά­το­ρας Θε­ο­δό­σιος εί­χε ε­γκα­τα­στή­σει σαν συμ­μά­χους του στην Μοι­σί­α και την Θρά­κη, κι­νεί­ται με α­πει­λη­τι­κές δια­θέ­σεις προς την Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, α­να­ζη­τώ­ντας πλού­τη και δό­ξα. Ο Αυ­το­κρά­το­ρας Αρ­κά­δι­ος, ό­πως και ο Θε­ο­δό­σιος Α΄, για να γλι­τώ­σει την πρω­τεύ­ου­σα , αλ­λά και για να κά­νει α­ντι­πε­ρι­σπασμό στις βλέ­ψεις του Βάν­δα­λου στρα­τη­γού της βό­ρειας Αυ­το­κρα­το­ρί­ας Στηλί­χω­νος, στρέ­φει τον Α­λά­ρι­χο προς την Ελ­λά­δα, μη­νύ­ο­ντας του ό­τι τα ει­δω­λολα­τρι­κά ιε­ρά της, κρύ­βουν α­μύ­θη­τα πλού­τη.
Α­κο­λου­θού­με­νος α­πό στί­φη φα­να­τι­κών μο­να­χών ο στρα­τός του Α­λά­ρι­χου, σφάζει και σκλα­βώ­νει τον πλη­θυ­σμό, κα­τα­στρέ­φει, λε­η­λα­τεί, πυρ­πο­λεί και ε­ρη­μώνει μια α­τε­λεί­ω­τη σει­ρά α­πό πό­λεις και οι­κι­σμούς. Ταυ­τό­χρο­να με την ε­πι­δρο­μή του Α­λά­ρι­χου ο Αρ­κά­διος δια­τά­ζει, ό­χι α­πλώς την κα­τα­στρο­φή, αλ­λά την ισο­πέ­δω­ση ό­λων των Ελ­λη­νι­κών να­ών ε­πι­βάλ­λο­ντας στην συ­νέ­χεια το υ­λι­κό τους να χρη­σι­μο­ποι­η­θεί για την κα­τα­σκευ­ή άλ­λων οι­κο­δο­μη­μά­των, έ­τσι ώ­στε να χα­θούν πα­ντε­λώς τα ί­χνη τους.
Το 396 μ.Χ. η Πε­λο­πόν­νη­σος και πε­ρισ­σό­τε­ρο το βό­ρειο μέ­ρος της α­πό Κό­ριν­θο μέ­χρι την Πά­τρα λε­η­λα­τή­θη­κε α­πό τους Γότ­θους του Α­λά­ρι­χου, ό­που το με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος του πλυ­θη­σμού της ε­ξο­ντώ­νε­ται. Η ε­ρή­μω­ση ή­ταν τό­σο με­γάλη α­φού πε­ριο­χή της Αι­για­λεί­ας α­παλ­λά­χτη­κε α­πό τον ε­τή­σιο φό­ρο με τον Θε­ο­δο­σια­νό κώ­δι­κα.
Διά­φο­ρα πα­λαιο­χρι­στια­νι­κά μνη­μεί­α έ­χουν α­πο­κα­λυ­φθεί. Σε ανασκαφή στην πε­ριο­χή «Μαύ­ρα Λι­θά­ρια», α­πο­κα­λύ­φθη­κε πα­λαιο­χρι­στια­νι­κός να­ός του 5ου αιώ­να και Ρω­μα­ϊ­κά λου­τρά. Σή­με­ρα τα ευ­ρή­μα­τα αυ­τά έ­χουν κα­τα­στρα­φεί, α­φού ο χώ­ρος έ­χει οι­κο­δο­μη­θεί.
Ση­μα­ντι­κή στιγ­μή ή­ταν και η κα­τά­λη­ψη της Αι­για­λεί­ας α­πό τους Σλά­βους που ε­γκα­τα­στά­θη­καν στην ευ­ρύ­τε­ρη πε­ριο­χή του Αι­γί­ου. Αρ­κε­τός αριθ­μός ο­νο­μά­των χω­ριών και το­πω­νυ­μιών μας ο­δη­γεί στη γνώ­μη ό­τι η πε­ριο­χή κα­τα­κτή­θη­κε α­πό Σλά­βους. Ά­μα προ­σέ­ξου­με ό­μως κα­λύ­τε­ρα κά­ποιες το­πω­νυ­μίες α­πό αυ­τές έ­χουν σχέ­ση και με το το­πι­κό φυ­σι­κό πε­ρι­βάλ­λον. Π.χ. η ο­νο­μα­σία του χω­ριού Συ­νε­βρό προ­έρ­χε­ται α­πό το αρ­χαί­ο «νε­βρός» που ση­μαί­νει μικρό ε­λά­φι. Άλ­λα το­πω­νύ­μια, ό­πως «Ε­λα­φό­λι­μνα» στην Ευ­ρω­στί­να, φα­νε­ρώ­νει την ύ­παρ­ξη ε­λα­φιών και με­γά­λων πυ­κνών δα­σών στην πε­ριο­χή.
Σλα­βι­κές ε­γκα­τα­στά­σεις στη πε­ριο­χή την Βυ­ζα­ντι­νή πε­ρί­ο­δο.
Η πλη­ρο­φο­ρί­α που παίρ­νου­με α­πό τον Πορ­φυ­ρο­γέν­νη­το εί­ναι ό­τι πε­ρί τα μέ­σα του 8ου αιώνα μ.Χ. έ­λα­βε χώ­ρα η με­γά­λη Σλα­βι­κή α­ποί­κη­ση της Πε­λο­πον­νή­σου. Δεν α­πο­κλεί­ε­ται ό­μως,η ύ­παρ­ξη και προ­γε­νέ­στε­ρων λη­στρι­κών, σλα­βι­κών κατ’ αυ­τής ε­πι­δρο­μών. Ε­πί­σης υ­πο­στη­ρί­ζε­ται ό­τι το 589 μ.Χ. έ­λα­βε χώ­ρα α­ρα­βι­κή και σλα­βι­κή ε­πι­δρο­μή στην Πε­λο­πόν­νη­σο, χω­ρίς ό­μως ε­γκα­τά­στα­ση των ε­πι­δρο­μέ­ων.
Τον 7ο αιώ­να και κα­τά τα μέ­σα του 8ου αιώ­να λαμ­βά­νει χώ­ρα η με­γά­λη Σλα­βι­κή α­ποί­κι­ση της Πε­λο­πον­νή­σου, η ο­ποί­α άλ­λω­στε δεν εί­ναι και η τε­λευ­ταί­α. Κα­τά το α΄ μι­σό του 10ου αιώ­να ε­πα­κο­λου­θεί, ε­πί Ρω­μα­νού Λε­κα­πη­νού, και άλ­λη σλα­βι­κή ε­πι­δρο­μή στην Πε­λο­πόν­νη­σο του Τσά­ρου Σα­μου­ήλ και κα­τά τα τέ­λη του ί­διου αιώ­να ε­πί του Βα­σι­λεί­ου του Βουλ­γα­ρο­κτό­νου.
Στις αρ­χές του 8ου αιώ­να η Πε­λο­πόν­νη­σος γνω­ρί­ζει μια τρο­με­ρή κα­τα­στρο­φή: χτυ­πιέ­ται α­πό πα­νού­κλα. Ο πλη­θυ­σμός της α­φα­νί­ζε­ται και η χώ­ρα σχε­δόν ε­ρη­μώ­νε­ται. Με­γά­λο μέ­ρος των υ­πο­λοί­πων α­γρο­τι­κών συ­νοι­κι­σμών της Πε­λο­πον­νή­σου εκ­μη­δε­νί­στη­καν α­πό το λοι­μό. Ό­ταν πέ­ρα­σε η πα­νού­κλα, η χώ­ρα βρέθηκε στο έ­λε­ος των Α­ρά­βων πει­ρα­τών (Σα­ρα­κη­νών). Τό­τε ο αυ­το­κρά­το­ρας του Βυ­ζα­ντί­ου Κων­στα­ντί­νος Ε’ (741-775) α­πο­φα­σί­ζει να με­τα­φέ­ρει ε­δώ έ­νο­πλα τμή­μα­τα, «τύ­που α­κρι­τών», για να προ­στα­τεύ­σουν την χώ­ρα. Έ­τσι κα­τόρ­θω­σε να μι­σθώ­σει δυο ο­μά­δες Σλά­βων: τους Μί­ληγ­γες και τους Ε­ζε­ρί­τες, που τους το­πο­θέ­τη­σε στις πλα­γιές του Τα­ΰ­γε­του και του Ε­ρυ­μάν­θου.
Οι του Τα­ϋ­γέ­του α­νέ­λα­βαν τον έ­λεγ­χο των νό­τιων πα­ρα­λί­ων της Πε­λο­πον­νή­σου και οι Σλά­βοι του Ε­ρυ­μάν­θου τα δυ­τι­κά πα­ρά­λια προς το Ιό­νιο Πέ­λα­γος. Την ί­δια ε­πο­χή ε­γκα­θί­στα­νται και στα Α­ρο­ά­νια (Χελ­μός) για τον ί­διο σκο­πό.
Οι Σλά­βοι αυ­τοί που ε­ντο­πί­ζο­νται στα τρί­α κύ­ρια ση­μεί­α της Πε­λο­πον­νή­σου: στον Τα­ΰ­γε­το, στα Α­ρο­ά­νια ή Χελ­μό και στον Ε­ρύ­μαν­θο, στα πε­ρί­φη­μα Νε­ζε­ρο­χώ­ρια (που αυ­τό το ό­νο­μα εί­ναι σλά­βι­κο), έ­χουν α­φή­σει την πα­ρου­σί­α τους σε πολ­λά το­πω­νύ­μια (Α­ρά­χο­βα, Στρέ­ζο­βα, Α­να­στά­σο­βα, Ζε­λί­να, Πε­τρί­να, Λε­βέ­τσο­βα, Ζα­ρού­χλα, Ζά­χω­λη, Ζα­χλω­ρού, Βερ­γου­βί­τσα Τουρ­λά­δα, Κό­κο­βα, Μο­στί­τσι, Τσα­ρού­χλι, Ζα­γο­ρά, Βάλ­τος, Κε­ρά­σο­βα Το­πό­ρι­τσα. Γλό­γο­βα, Βλο­βο­κά. Κερ­νί­τσα, Βο­στί­τσα, Βι­σο­κά Σο­πο­τό κλπ).
Τα σλά­βι­κα το­πω­νύ­μια που έ­χουν μεί­νει σ’ ό­λη την Ελ­λά­δα και ει­δι­κά στην Πε­λο­πόν­νη­σο, εί­ναι α­ψευ­δείς μάρ­τυ­ρες της μα­κρο­χρό­νιας πα­ρου­σί­ας Σλά­βων σ’ αυ­τούς τους χώ­ρους.
Μί­α α­κό­μη πα­ρα­τή­ρη­ση πά­νω στα σλά­βι­κα το­πω­νύ­μια, εί­ναι αρ­κε­τά δια­φω­τι­στι­κή για τον τρό­πο που έ­γι­νε η ε­γκα­τά­στα­ση στον Ελ­λα­δι­κό χώ­ρο. Τα το­πω­νύ­μια ε­ντο­πί­ζο­νται βα­σι­κά σε ο­ρει­νές πε­ριο­χές και πο­λύ λι­γό­τε­ρα σε πε­δι­νές πε­ριο­χές και ε­λά­χι­στα σε πα­ρά­λια. Οι Σλά­βοι που διείσ­δυ­σαν στον Ελ­λα­δι­κό χώ­ρο έ­μει­ναν στις πλα­γιές των βου­νών και α­σχο­λού­νταν βα­σι­κά με τη γε­ωρ­γί­α και την κτη­νο­τρο­φί­α. Πολ­λά α­πό τα το­πω­νύ­μια που προ­ϋ­πήρ­χαν, εί­ναι α­πλή με­τά­φρα­ση στα σλά­βι­κα. Έ­τσι Χελ­μός ο­νο­μά­στη­καν τα Α­ροά­νια ό­ρη. Στα ελ­λη­νι­κά τα Α­ροά­νια σή­μαι­ναν με­γά­λο ό­ρος και το Χελ­μός στα σλά­βι­κα ση­μαί­νει το ί­διο α­κρι­βώς. Και η δεύ­τε­ρη κο­ρυ­φή των Α­ρο­α­νί­ων λε­γό­ταν στα ελ­λη­νι­κά Τρια­ντα­φυλ­λιά. Οι Σλά­βοι την ο­νό­μα­σαν Ντου­ρυ­του­βά­να που ση­μαί­νει το ί­διο: Τρια­ντα­φυλ­λιά.
Τα το­πω­νύ­μια που δη­λώ­νουν την ύ­παρ­ξη Σλά­βων δεί­χνουν κά­τι πιο ση­μα­ντι­κό. Οι Σλά­βοι δεν πρέ­πει να πέ­ρα­σαν α­πό τον ι­σθμό της Κο­ρίν­θου. Κα­τέ­βη­καν α­πό την Αι­τω­λο­α­καρ­να­νί­α και πέ­ρα­σαν α­πό το Α­ντίρ­ριο- Ρί­ο. Ο με­γά­λος α­ριθ­μός το­πω­νυ­μί­ων δεί­χνει την πο­ρεί­α τους προς τα ΒΔ. και δυ­τι­κά της Πε­λο­πον­νή­σου. Α­κο­λού­θη­σαν δη­λα­δή το δρό­μο που εί­χαν α­κο­λου­θή­σει στην αρ­χαιό­τη­τα διά­φο­ρα φύ­λα για να φτά­σουν στην Πε­λο­πόν­νη­σο: Πε­λα­σγοί, Ί­ω­νες, Αρ­κά­δες, Α­ζά­νες, Λυ­κά­ο­νες και τε­λι­κά οι Δω­ριείς.
Αυ­τοί λοι­πόν οι Σλά­βοι της Πε­λο­πον­νή­σου δεν ή­ταν πολ­λοί α­ριθ­μη­τι­κά σε σύ­γκρι­ση με τον πλη­θυ­σμό. Αποτελούσαν μια κλειστή κοι­νω­νί­α και αυ­τό τους ε­μπό­δι­ζε να α­φο­μοιω­θούν στην ελ­λη­νι­κή ε­θνό­τη­τα. Ως το 10ο σχε­δόν αιώ­να δια­τη­ρού­σαν τη δι­κή τους θρη­σκεί­α. Δεν ή­ταν χρι­στια­νοί. Α­πό το 10ο αιώ­να άρ­χι­σε ο εκ­χρι­στια­νι­σμός τους. Οι Σλά­βοι δια­τή­ρη­σαν την κλειστή τους κοι­νω­νί­α ως τη φρα­γκι­κή κα­τά­κτη­ση. Οι Φρά­γκοι προ­σπά­θη­σαν να τους υ­πο­τά­ξουν πλή­ρως. Οι Σλά­βοι τε­λι­κά ε­ξο­μοιώ­θη­καν α­πό τους Φρά­γκους με τους Έλ­λη­νες α­γρό­τες της πε­ριο­χής. Σ’ αυ­τή την ε­πο­χή σπά­ει η ­κλει­στή κοι­νω­νί­α τους και δέ­νο­νται με τους Έλ­λη­νες της γύ­ρω τους πε­ριο­χής. Α­πό τη στιγ­μή αυ­τή και με­τά αρ­χί­ζει ο ε­ξελ­λη­νι­σμός τους. Πρώ­τα - πρώ­τα παίρ­νουν την ελ­λη­νι­κή γλώσ­σα. Τα σλα­βι­κά που δια­τη­ρού­σαν στην ­κλει­στή κοι­νω­νί­α τους, δεν τους ε­ξυ­πη­ρε­τούν πια. Και μέ­σα στην κοι­νή πια τύ­χη με τον ελ­λη­νι­κό λα­ό που τους ε­πέ­βα­λαν οι φρα­γκο­κυ­ρί­αρ­χοι αρ­χί­ζει η συ­νερ­γα­σί­α. Η ί­δια κα­τά­στα­ση θα συ­νε­χι­στεί και ό­ταν θα ε­πα­νέλ­θουν στην Πε­λο­πόν­νη­σο οι Βυ­ζα­ντι­νοί (Δε­σπο­τά­το του Μι­στρά).
Οι Πα­λαιο­λό­γοι έ­σπρω­ξαν τα λα­ϊ­κά στρώ­μα­τα του ελ­λη­νι­κού πλη­θυ­σμού και των Σλά­βων σε έ­ναν α­πελ­πι­σμέ­νο α­γώ­να κα­τά της ά­γριάς τους εκ­με­τάλ­λευ­ση. Οι Πα­λαιο­λό­γοι θέ­λουν να δη­μιουρ­γή­σουν χώ­ρους για να το­πο­θε­τη­θούν οι Βυ­ζα­ντι­νοί ευ­γε­νείς που ε­κτο­πί­στη­καν α­πό τη Μι­κρά Α­σί­α και έ­φτα­ναν στην Πε­λο­πόν­νη­σο. Τα λα­ϊ­κά στρώ­μα­τα, Έλ­λη­νες και Σλά­βοι, βρί­σκο­νται σε κοι­νούς α­γώ­νες. Και αυ­τό τους φέρ­νει πο­λύ κο­ντά. Σπά­νε τα πλαί­σια της ­κλει­στής κοι­νω­νί­ας των Σλά­βων και τε­λι­κά συγ­χω­νεύ­ο­νται μέ­σα στους κοι­νούς α­γώ­νες με τους Έλ­λη­νες.
Ε­κεί θα συ­γκα­τοι­κή­σουν ό­λοι μα­ζί σε χω­ριά που δη­μιουρ­γού­νται. Ό­λους αυ­τούς τους συν­δέ­ει η κοι­νή τύ­χη τώ­ρα. Και εί­ναι τό­τε που θα χα­θεί η ι­διαι­τε­ρό­τη­τα των Σλά­βων και θα συγ­χω­νευ­τούν στο λα­ό που προ­ϋ­πήρ­χε στο χώ­ρο αυ­τό. Οι Σλά­βοι θα ε­ξελ­λη­νι­στούν σε ση­μεί­ο που τί­πο­τα δεν θα μεί­νει α­πό το πα­ρελ­θόν τους. Έ­χουν έ­ναν κοι­νό ε­χθρό. Και αυ­τό τους ε­νώ­νει.
­­H πε­ριο­χή στην φρα­γκο­κρα­τί­α
Με­τά την ά­λω­ση της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης και την κα­τά­λη­ψη της α­πό τους Φρά­γκους το 1204 περιήλθε στην κυ­ριαρ­χί­α τους και η πε­ριο­χή της Αι­για­λεί­ας.
Πα­ρου­σί­α της περιο­χής στο προ­σκή­νιο της ι­στο­ρί­ας έ­χου­με και κα­τά την Φρα­γκο­κρα­τί­α. Με­τά την κα­τά­κτη­ση της Πε­λο­πον­νή­σου α­πό τους Φρά­γκους η χώ­ρα διαι­ρέ­θη­κε σε 12 Βα­ρο­νί­ες, μια α­πό αυ­τές ή­ταν και των Κα­λα­βρύ­των.
Η αρ­χαιό­τε­ρη πλη­ρο­φο­ρί­α για την γύ­ρω πε­ριο­χή έρ­χε­ται α­πό έγ­γρα­φο του 1297 με το ο­ποί­ο η πρι­γκί­πισ­σα Ι­σα­βέλ­λα Βιλ­λε­αρ­δου­ί­νη παρα­χω­ρεί στην α­δελ­φή της Μαρ­γα­ρί­τα ε­κτά­σεις και φρού­ρια ό­που συ­να­ντά­ται η το­πω­νυ­μί­α Blobocan, η ο­ποί­α ταυ­τί­ζε­ται με την δι­κή μας Βλο­βω­κά-Αι­γές.
Άλ­λη α­να­φο­ρά για την πε­ριο­χή εί­ναι το έ­τος 1402. Το έ­τος αυ­τό οι κά­το­χοι της Κο­ρίν­θου Ιω­αν­νί­τες Ιπ­πό­τες της Ρό­δου*, ε­πι­κυ­ρώ­νουν ή πα­ρα­χω­ρούν σε διά­φο­ρα πρό­σω­πα προ­νό­μια ή ι­διο­κτη­σί­ες στην πε­ριο­χή με­τα­ξύ Κο­ρίν­θου και Κα­λα­βρύ­των. Δύ­ο α­πό τα πρό­σω­πα αυτά ή­σαν οι Manuel Enclava και Georges Miltia, οι ο­ποί­οι έ­λα­βαν με έγ­γρα­φο ε­κτά­σεις και δι­καιώ­ματα στα χω­ριά Kertezi, Savani, Kerpini, Zachloron, Cloquines, Seliana και Raton. Εύ­κο­λα μπο­ρού­με να ταυ­τί­σου­με τα τέσ­σε­ρα πρώ­τα με τα χω­ριά των Κα­λα­βρύ­των Κέρ­τε­ζη, Σα­βα­νοί, Κρε­πι­νή, Ζα­χλω­ρού, το τέ­ταρ­το και το πέ­μπτο εί­ναι οι Κλου­κί­νες και η Σε­λιά­να (χω­ριό που συ­νορεύ­ει με την Βερ­γου­βί­τσα) το Raton πι­θα­νόν να ταυ­τί­ζε­ται με την Αρά­χο­βα.
Ο Γάλ­λος συγ­γρα­φέ­ας και κα­θη­γη­τής πα­νε­πι­στη­μί­ου της Λυών Antoin Bon στο έρ­γο του Φρά­γκι­κος Μο­ριάς στο έ­κτο κε­φά­λαιο του βι­βλί­ου του α­να­φέ­ρε­ται για τα ό­ρια της Κα­θο­λι­κής εκ­κλη­σί­ας της Πε­λο­πον­νή­σου την ο­ποί­α ο­νο­μά­ζει Εκ­κλη­σί­α της Κο­ρίν­θου (η Κό­ριν­θος ή­ταν α­πό τις σπου­δαιό­τε­ρες Βα­ρο­νί­ες του Φρά­γκι­κου Μο­ριά και έ­δρα του Λα­τί­νου Αρ­χιε­πι­σκό­που). Στο κε­φά­λαιο αυ­τό ο Bon α­να­φέ­ρει τις πό­λεις και τα χω­ριά που υ­πα­γό­ντου­σαν στην Κα­θο­λι­κή Εκ­κλη­σί­α της Κο­ρίν­θου και μνη­μο­νεύ­ει δύ­ο έγ­γρα­φα, έ­να του έ­τους 1212 και άλ­λο του 1377. Στη­ρι­ζό­με­νος στα έγ­γρα­φα αυ­τά δί­νει την ε­ξής πλη­ρο­φο­ρί­α.
Οι μο­να­χοί της κα­θο­λι­κής εκ­κλη­σί­ας της Κο­ρίν­θου {Τους προ­σέ­φε­ρε την πό­λη ο δε­σπό­της του Μι­στρά Θε­ό­δω­ρος Α΄ Πα­λαιο­λό­γος, για να βο­η­θή­σουν στην ά­μυ­να και στην α­ντι­με­τώ­πι­ση του Τουρ­κι­κού κιν­δύ­νου (κρά­τη­σαν την πε­ριο­χή α­πό το 1394 έ­ως το 1404)} για να ε­ξευ­με­νί­σουν τον Ελ­λη­νι­κό πλη­θυ­σμό και να τον κά­νουν να βλέ­πει με συ­μπά­θεια τους Φρά­γκους, με ει­δι­κό έγ­γρα­φο πα­ρα­χώ­ρη­σαν α­ξιό­λο­γα προ­νό­μια. Ο συγ­γρα­φέ­ας δεν α­να­φέ­ρει τα προ­νό­μια που πα­ρα­χω­ρή­θη­καν, α­να­φέ­ρει τα χω­ριά μέ­σα στα ο­ποί­α ή­ταν η Σε­λιά­να. Άλ­λα χω­ριά ή­σαν η Κέρ­τε­ζη, Σα­βα­νοί, Κερ­πι­νή, Ζα­χλω­ρού Κλο­κί­νες και Ρά­τον.
Να πού­με ό­τι μια πε­ριο­χή στο χω­ριό Βερ­γου­βί­τσα ο­νο­μά­ζε­ται μέ­χρι σή­με­ρα Φρα­γκιά­νι­κα, που ε­πι­βε­βαιώ­νει με σιγουριά την ύ­παρ­ξη οι­κι­σμού από Φρά­γκους στο χω­ριό.΄Ίσως να ή­ταν και έ­δρα διοί­κη­σης της γύ­ρω πε­ριο­χής.
Το 1458 κα­τα­λαμ­βά­νε­ται η Πε­λο­πόν­νη­σος α­πό τους Τούρ­κους. Υ­πήρ­χαν ό­μως πο­λύ ση­μα­ντι­κές πό­λεις της Πε­λο­πον­νή­σου, τις ο­ποί­ες κα­τεί­χαν οι Ε­νε­τοί (Ναύ­πλιο, Μο­νεμ­βά­σια, Με­θώ­νη) και δεν ε­πέ­τρε­παν στους Τούρ­κους την πλή­ρη υ­πο­δού­λω­ση των Ελ­λή­νων.

Τούρκοι και Ενετοί...

Α΄ Τουρκο­κρα­τί­α 1458-1685)
Το 1458 κα­τα­λαμ­βά­νε­ται η Πε­λο­πόν­νη­σος α­πό τους Τούρ­κους.
Οι Τούρ­κοι κα­τά την κυ­ριαρ­χί­α τους στην Πε­λο­πόν­νη­σο εί­χαν ε­πι­τρέ­ψει την αυ­το­διοί­κη­ση των Ελ­λή­νων και δεν πε­ριό­ρι­ζαν την θρη­σκευ­τι­κή ε­λευ­θε­ρί­α. Ό­μως το σκλη­ρό γαιο­κτη­τι­κό κα­θε­στώς και η βα­ριά φο­ρο­λο­γί­α που ε­πέ­βα­λαν, δη­μιούρ­γη­σαν ά­σχη­μες συν­θή­κες δια­βί­ω­σης.
Πη­γές για τις συν­θή­κες που ε­πι­κρα­τού­σαν κα­τά την Α΄ Τουρ­κο­κρα­τί­α και κυρί­ως της πε­ριο­χής μας δεν υ­πάρ­χουν. Η μό­νη πη­γή έρ­χε­ται α­πό χει­ρό­γρα­φο με χρο­νο­λο­γί­α 1793, του Εμ­μα­νου­ήλ Σκαρ­πέ­τη ε­μπό­ρου, το ο­ποί­ο σώ­ζε­ται στη Μο­νή Ταξιαρ­χών Αι­γί­ου που α­να­φέ­ρει ό­τι γεν­νή­θη­κε στην Α­ρά­χο­βα το 1748.
Στο χει­ρό­γρα­φο αυ­τό ο Εμ­μ. Σκαρ­πέ­της γρά­φει ό­τι το χω­ριό Α­ρά­χο­βα την ε­πο­χή ε­κεί­νη (της Α΄ Τουρ­κο­κρα­τί­ας) ή­ταν ι­διο­κτη­σί­α κά­ποιας Σουλ­τά­νας και α­πο­κα­λεί­το και «Σουλ­τά­να».
Σε χει­ρό­γρα­φο του 1572 α­να­φέ­ρε­ται ό­τι το φθι­νό­πω­ρο του 1452 ο στρα­τη­γός Μουράτ β΄- Του­ρα­χάν, προ­έ­βη σε διώ­ξεις και σφα­γές του πλη­θυ­σμού της Πε­λο­πον­νήσου. Τό­τε οι κά­τοι­κοι του Δια­κο­πτού και της Πο­τα­μιάς α­νέ­βη­καν στο Πε­τρούχι έ­να α­πό­το­μο και βρα­χώ­δες βου­νό για να προ­στα­τευ­τούν. Εί­χαν φτιά­ξει ξύλι­νες σκά­λες για να α­νε­βο­κα­τε­βαί­νουν και έ­να ξύ­λι­νο γε­φύ­ρι για να περ­νούν α­πό το μι­κρό στο με­γά­λο Πε­τρού­χι.
Α­πό έγ­γρα­φο του Με­γά­λου Σπη­λαί­ου το 1688 φαί­νε­ται κά­ποιος Ιω­άν­νης ... του Βε­λισα­ρί­ου α­πό τις Κλου­κί­νες που ζη­τού­σε ε­λε­η­μο­σύ­νη για την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση της γυ­ναί­κας του και των παι­διών του που ο­φει­λό­ταν στην α­δυ­να­μί­α του να κατα­βά­λει τον κε­φα­λι­κό φό­ρο.
Ε­πί­σης σε έγ­γρα­φο του Μεγ. Σπη­λαί­ου το 1636 α­να­φέ­ρε­ται ό­τι στο Λι­βά­δι και στη Σε­λιά­να έ­πε­σε πα­νού­κλα.
Στο μο­να­στή­ρι των Α­γί­ων Α­πο­στό­λων κά­τω α­πό τοι­χο­γρα­φί­α του κα­θο­λι­κού της Μο­νής, ο Ιε­ρο­διά­κο­νος Χρι­στό­δου­λος Βα­σι­λό­που­λος ση­μειώ­νει το 1646 : «ε­κείνον κε­ρον ε­γι­νε/με­γά­λο κα­κό....ο­λα τά χρι­ςια­νι­κα.... κ(αί) ε­μαρ­τι­ρι­σαν (;)....» Η σημεί­ω­ση αυ­τή τώ­ρα δεν υ­πάρ­χει λό­γω κα­τα­στρο­φής της. Ά­ρα­γε εν­νο­εί την ε­ξά­πλω­ση της ε­πι­δη­μί­ας ή άλ­λα ση­μα­ντι­κά γε­γο­νό­τα. Ό­πως και να ΄χει εί­ναι προ­φανές πό­σο δύ­σκο­λες ή­σαν οι συν­θή­κες δια­βί­ω­σης των κα­τοί­κων της πε­ριο­χής κα­τά την Α΄ Τουρ­κο­κρα­τί­α.
Ε­πα­να­στα­τι­κά κι­νή­μα­τα
Κα­τά το διά­στη­μα της Α΄ Τουρ­κο­κρα­τί­ας οι Έλ­λη­νες της Πε­λο­πον­νή­σου ζού­σαν συ­νε­χώς με το ό­ρα­μα της α­πε­λευ­θέ­ρω­σης και έ­γι­ναν πολ­λά ε­πα­να­στα­τι­κά κι­νή­μα­τα. Το 1459 με το Θω­μά Πα­λαιο­λό­γο που πο­λιόρ­κη­σε και κα­τέ­λα­βε την Πά­τρα για να νι­κη­θεί αρ­γό­τε­ρα α­πό το Μω­ά­μεθ Β΄. Το 1463 ο Μι­χα­ήλ Ράλ­λης και ο Πέ­τρος Μπού­ας μα­ζί με τους Ε­νε­τούς οι ο­ποί­οι ε­γκα­τέ­λει­ψαν τους Έλ­λη­νες στην α­γριό­τη­τα των Τούρ­κων. Το 1532 με τον Α­ντρέ­α Ντό­ρια κα­τέ­λα­βαν την Πά­τρα, την Κο­ρώ­νη, Ρί­ο και Α­ντίρ­ριο, που για μια άλ­λη φο­ρά ε­γκα­τα­λεί­φθη­καν α­πό τους Ε­νε­τούς στο έ­λε­ος των Τούρ­κων. Το 1571 με τη Ναυ­μα­χί­α της Ναυ­πά­κτου. Το 1612 με το Δού­κα το Νέ­βερ.
Ε­νε­το­κρα­τί­α 1687-1715
Οι κά­τοι­κοι ελ­πί­ζο­ντας σε καλ­λί­τε­ρες συν­θή­κες δια­βί­ω­σης α­πό των Τούρ­κων βο­ή­θη­σαν τους Ε­νε­τούς και κα­τέ­λα­βαν την Πε­λο­πόν­νη­σο το 1687.
Οι Ε­νε­τοί διαί­ρε­σαν την χώ­ρα σε τέσ­σε­ρις ε­παρ­χί­ες οι ο­ποί­ες υ­πο­διαι­ρέ­θηκαν σε 23 territorii με­τα­ξύ των ο­ποί­ων των Κα­λα­βρύ­των και της Βο­στί­τσας (Αί­γιο). Για τα υ­πάρ­χο­ντα χω­ριά που υ­πά­γο­νται στο τμή­μα Κα­λα­βρύ­των υ­πάρ­χουν πλη­ρο­φορί­ες στο πε­ρι­γρα­φι­κό έρ­γο του κα­θο­λι­κού Ιε­ρέ­α Pier’ Antonio Pacifiko το 1700 που συ­να­ντάμε τα ε­ξής: Α­ρά­χο­βα, Αρ­φα­ρά, Κά­τω Πο­τα­μιά, Κλου­κί­νες, Ζα­ρού­χλα, Πε­ρι­στέ­ρα, Περι­θώ­ρι, Πο­τα­μιά, Σι­νε­βρό, Αγ. Βαρ­βά­ρα, Σε­λιά­να, Σβυ­ρού, Βα­λι­μή, Βλο­βο­κά, Βερ­σο­βά, Α­γρί­δι Με­σορ­ρού­γι, Βερ­γου­βί­τσα, Βου­νά­κι, Σό­λο.
Αυ­τή εί­ναι και η πρώ­τη ε­πί­ση­μη α­να­φο­ρά της Βερ­γου­βί­τσας.
Οι Ε­νε­τοί για να αυ­ξή­σουν τον πλη­θυ­σμό της Πε­λο­πον­νή­σου και για την ε­ντατι­κό­τε­ρη καλ­λιέρ­γεια της γης ορ­γά­νω­σαν την με­τα­φο­ρά 6000 πε­ρί­που Στε­ρε­ο­ελλα­δι­τών γε­ωρ­γών στην Πε­λο­πόν­νη­σο. Υ­πάρ­χουν πλη­ρο­φο­ρί­ες για την ε­γκα­τάστα­ση και στην πε­ριο­χή μας (Α­κρά­τα, Βα­λι­μή, Ζα­ρού­χλα, Πο­ρο­βί­τσα).
Αν λά­βου­με υπ‘ ό­ψιν την οι­κο­γε­νεια­κή πα­ρά­δο­ση των Ρο­ζέ­ων που λέ­ει για μετοί­κη­ση Ρο­ζέ­ων α­πό το Μέ­τσο­βο της Η­πεί­ρου στην Βερ­γου­βί­τσα, μπο­ρού­με να υπο­θέ­σου­με ό­τι την πε­ρί­ο­δο αυ­τή εί­ναι πιο πι­θα­νό να συ­νέ­βη.
Πλη­ρο­φο­ρί­ες για την πε­ριο­χή παίρ­νου­με α­πό έ­να πα­λαιό έγ­γρα­φο που έ­χει ως ε­ξής:
Τρι­πο­λι­τσά 16 Φλε­βα­ρί­ου 1722.
Με την πα­ρών φα­νε­ρώ­νω και ο­μο­λο­γώ ε­γώ ο Πα­ρα­σκευάς Κα­πη­νο­λό­γος, πως ε­πούλη­σα τα ή­μι­σά μου ρού­χα ό­που εί­χα πα­τρι­κά, εις την χώ­ρα ο­νο­μα­ζο­μέ­νη Σε­λιάνα, ά­νω χά­σια του Κα­λα­βρύ­του, α­μπέ­λια , χω­ρά­φια ... και σπι­τό­το­πο, τα ο­ποί­α είχε ο πο­τέ Στα­θά­κης α­γο­ρα­σμέ­να τα ε­πού­λη­σα του Κω­στα­ντή γγι­φό­ρου και Γιωργά­κη και Α­ντρέ­α, α­δέλ­φια γγι­φό­ροι ο­νο­μα­ζο­μέ­νοι, δια ριά­λια πε­νή­ντα ή 50 και να εί­ναι ή­δη (;) νοι­κο­κυ­ραί­οι οι ά­νω­θεν α­γο­ρα­σταί και στα ά­νω­θεν υ­πο­στα­τικά του ά­νω­θεν Πα­ρα­σκευά. Και ο Πα­ρα­σκευάς να εί­ναι α­πό­ξε­νος α­πό τα υ­πο­στατι­κά του και δια­βε­βαιών της α­λη­θεί­ας έ­γι­νε το πα­ρόν α­πό μαρ­τυ­ρί­ας και παρα­κα­λε­σά­ντων μαρ­τύ­ρων. Πα­ρα­σκευάς Κα­πη­νο­λό­γος βε­βαιώ­νω Πα­να­γιώ­της Πο­λυδε­ρό­που­λος μαρ­τυ­ρώ Στα­μέ­λος Πα­λαιο­λό­γος μαρ­τυ­τώ. Α­πό ό­νο­μα της Χά­ι­δως αδελ­φής του Πα­ρα­σκευά Κα­πη­νο­λό­γου.
Οι πλη­ρο­φο­ρί­ες που παίρ­νου­με α­πό το έγ­γρα­φο αυ­τό εί­ναι ό­τι η Σε­λιά­να και η Βερ­γου­βί­τσα ο­νο­μά­ζο­νταν α­πό τό­τε Χά­σια και συ­γκε­κρι­μέ­να άνω Χά­σια.
Β΄ Τουρ­κο­κρα­τί­α 1715-1821
Με την ε­πα­νε­γκα­τά­στα­ση των Τούρ­κων στην Πε­λο­πόν­νη­σο δεν α­ντέ­δρα­σαν κα­θό­λου οι κά­τοι­κοι λό­γω ό­τι οι Ε­νε­τοί κα­κο­με­τα­χει­ρί­ζο­νταν και κα­τα­πί­ε­ζαν τους κα­τοί­κους. Πολ­λοί α­πό τους πρό­κρι­τους και η­γού­με­νοι μονα­στη­ριών έ­στει­λαν α­ντι­προ­σώ­πους στους Τούρ­κους για να δη­λώ­σουν την υ­ποτα­γή τους.
Διοί­κηση ε­πί β΄ Τουρ­κο­κρα­τί­ας
Κα­τά την β΄ Τουρκο­κρα­τί­α η πε­ριο­χή υ­πά­χθη­κε διοι­κη­τι­κά στο Βι­λα­έ­τι Κα­λα­βρύ­των. Η ε­παρ­χία Κα­λα­βρύ­των διαι­ρεί­το σε τέσ­σε­ρα σέ­μπτια. Έ­να α­πό αυ­τά ή­ταν των Χα­σί­ων. {Χά­σια ο­νο­μά­στη­κε η πε­ριο­χή μας α­πό την Τουρ­κι­κή λέ­ξη ΄khass΄ η ο­ποί­α χρη­σι­μο­ποιεί­το για την δή­λω­ση στρα­τιω­τι­κών φέ­ου­δων που α­πέ­φε­ραν ε­τη­σί­ως ει­σό­δημα 100.000 ά­σπρων και φο­ρο­λο­γι­κά υ­πά­γο­νταν κατ΄ ευ­θεί­αν στο Σουλ­τά­νο.
Συνα­ντού­με α­κό­μα και στους μετε­πα­να­στα­τι­κούς χρό­νους την ο­νο­μα­σί­α Χά­σια σε διά­φο­ρα έγ­γρα­φα. ο Πε­τρό­μπε­ης Μαυ­ρο­μι­χά­λης σε δια­τα­γή του προς τον Σωτ. Θε­ο­χα­ρό­που­λο το 1823 έγ­ρα­φε : ¨με τους στρα­τιώ­τες σου του τμή­μα­τος των Χα­σί­ων … να με­τα­βείς εις την ε­παρ­χί­αν Γα­στού­νης¨. Ε­πί­σης πολ­λά συμ­βό­λαια και α­πο­φά­σεις δι­κα­στι­κές α­να­φέ­ρουν τη Βερ­γου­βί­τσα πε­ριο­χή των Χα­σί­ων.}
Στο σέ­μπτι των ά­νω Χα­σί­ων ό­πως α­να­φέ­ρα­με και πα­ρα­πά­νω, υ­πα­γό­ταν και η Βερ­γου­βί­τσα.
Οι Τούρ­κοι, ό­πως και στην Α‘ Τουρ­κο­κρα­τί­α, ε­πέ­τρε­ψαν την αυ­το­διοί­κη­ση των Ελ­λή­νων. Κά­θε χω­ριό ε­ξέ­λε­γε τους δη­μο­γέ­ρο­ντες οι ο­ποί­οι συ­νέρ­χο­νταν σε επαρ­χια­κή συ­νέ­λευ­ση και ε­ξέ­λε­γαν τους ε­παρ­χια­κούς προ­ε­στώ­τες. Ως δη­μο­γέρο­ντες ό­πως προ­κύ­πτει α­πό δη­μό­σιο έγ­γρα­φο με η­με­ρο­μη­νί­α 23 Ια­νουα­ρί­ου 1828 φαί­νο­νται οι Πα­πα-Χρή­στος Ρόζος, για τον ο­ποί­ο θα α­να­φερ­θού­με πα­ρα­κά­τω, και ο Α­ναγνώ­στης Ρό­ζος.
Οι δη­μο­γέ­ρο­ντες ή­σαν υ­πεύ­θυ­νοι για την πε­ρι­φρού­ρη­ση των συμ­φε­ρό­ντων της κοι­νό­τη­τας και για την ι­κα­νο­ποί­η­ση των φο­ρο­λο­γι­κών α­παι­τή­σε­ων του κα­τα­κτη­τή. Γε­γο­νός α­ναμ­φι­σβή­τη­το εί­ναι ό­τι πολ­λοί α­πό αυ­τούς βρέ­θη­καν με με­γά­λες ι­διο­κτη­σί­ες και συ­γκέ­ντρω­ναν πλού­το που προ­ερ­χόταν α­πό τον ι­δρώ­τα των κα­τα­πιε­σμέ­νων συ­μπα­τριω­τών τους. Η πο­λύ δυ­σβά­στα­χτη φορο­λο­γί­α εί­χε α­ντί­κτυ­πο στην οι­κο­νο­μι­κή και κοι­νω­νι­κή ζω­ή του τό­που. Απ‘ αυτό μπο­ρεί να ε­ξη­γη­θεί ό­τι πο­λύ ι­κα­νοί νέ­οι στρά­φη­καν προς τον μο­να­χι­σμό και αρ­κε­τοί με­τοί­κη­σαν.
Ο Εμ­μα­νου­ήλ Σκαρ­πέ­της σε χει­ρό­γρα­φό του α­να­φέ­ρει ό­τι το 1793 η Αρά­χο­βα εί­χε πολ­λούς κα­τοί­κους και βρι­σκό­ταν σε ευ­η­με­ρί­α, οι πε­ρισ­σό­τε­ροι ό­μως α­πό τα α­βά­στα­χτα δο­σί­μα­τα με­τοί­κη­σαν σε άλ­λες πό­λεις και χώ­ρες. Ε­πί­σης στο ί­διο χει­ρό­γρα­φο πε­ρι­γρά­φει και το δρό­μο που ο­δη­γεί στο χω­ριό του: «.....α­ρι­στε­ρό­θεν τα Κο­λο­κυν­θιά­νι­κα, η Βερ­γο­βί­τσα, η Σε­λιά­να και ά­νω­θεν ταύτης το Σα­ρα­ντά­πη­χον, εί­τα το Πε­ρι­θώ­ριον, δε­ξιό­θεν δε η ρη­θεί­σα Πελ­λή­νη πόλις, ή­τοι η Βλο­βο­κά, το Αρ­φα­ρά, το Σι­νε­βρόν και η Βε­λά.......».
Τα Ορ­λω­φι­κά
Ο Ελ­λη­νι­σμός πά­ντα εί­χε μέ­σα του α­ναμ­μέ­νη την φλό­γα για α­πε­λευ­θέ­ρω­ση και το 1770 βλέ­πο­ντας τον Ρω­σι­κό στό­λο που έ­φτα­νε στο Αι­γαί­ο με το Α­λέ­ξιο Ορ­λόφ παίρ­νο­ντας υ­πο­σχέ­σεις και εγ­γυ­ή­σεις α­πό τους Ρώ­σους για υ­πο­στή­ρι­ξη στον α­γώ­να τους για ε­λευ­θε­ρί­α, ε­ξε­γέρ­θη­κε. Αλ­λά για μια α­κό­μα φο­ρά ε­γκα­τα­λεί­φθη­κε. Για την κα­τα­στο­λή της ε­πα­νά­στ­σης αυ­τής οι Τούρ­κοι έ­στει­λαν 60.000 Αλ­βα­νούς οι ο­ποί­οι για εν­νέ­α χρό­νια λε­η­λα­τού­σαν την Πε­λο­πόν­νη­σο και α­πο­δε­κά­τι­σαν τον α­βο­ή­θητο πλη­θυ­σμό, κυ­νη­γώ­ντας α­κό­μα και τους Τούρ­κους της Πε­λο­πον­νή­σου. Α­πό α­πο­γρα­φή που έ­γι­νε κα­τό­πιν εί­χε μειω­θεί ο πλη­θυ­σμός της Πε­λο­πον­νή­σου κα­τά 100.000 .
Ό­ταν οι Αρ­βα­νί­τες λε­η­λά­τη­σαν τα χω­ριά της πε­ριο­χής μας πε­ρί το 1771, οι κά­τοι­κοι σκόρ­πι­σαν στις σπη­λιές και στη γύ­ρω πε­ριο­χή. Η Μαυ­ρο­σπη­λιά που βρί­σκε­ται στο βου­νό Ευ­ρω­στί­να πά­νω α­πό τη Βερ­γου­βί­τσα προ­σέ­φε­ρε προστα­σί­α στους κα­τοί­κους οι οποίοι εί­χαν κτί­σει τεί­χος στην εί­σο­δό της. Α­κό­μα και σή­με­ρα σώ­ζε­ται μέ­ρος του τεί­χους. Λί­γα μέ­τρα α­ρι­στε­ρά της σπη­λιάς υ­πάρ­χει υ­πό­γεια πη­γή που την χρη­σι­μο­ποιού­σαν οι κά­τοι­κοι. Λέ­γε­ται ό­τι η σπη­λιά τό­τε δεν φαι­νό­ταν λό­γω των πυ­κνών πεύ­κων που υ­πήρ­χαν στην πλα­γιά. Τώ­ρα με λί­γη πα­ρα­τη­ρη­τι­κό­τη­τα μπο­ρού­με να δια­κρί­νου­με α­πό το χω­ριό τα υ­πο­λείμ­μα­τα του τεί­χους που υ­πήρ­χε σχε­δόν ο­λό­κλη­ρο μέ­χρι το 1940 πε­ρί­που το ο­ποί­ο γκρέ­μι­σαν τσο­πά­νη­δες για να βά­ζουν μέ­σα τα ζώ­α.
Με­ρι­κά χρό­νια αρ­γό­τε­ρα πε­ρί τα 1780 ό­ταν ε­ξο­ντώ­θη­καν οι Αρ­βα­νί­τες α­πό Τούρ­κους και Έλ­λη­νες μα­ζί, οι κά­τοι­κοι της Βερ­γου­βί­τσας ξα­νά­χτι­σαν τα σπί­τια τους στη ση­με­ρι­νή τους θέ­ση. Το χω­ριό φτιά­χτη­κε σε διά­φο­ρα ε­πίπε­δα και έ­γι­ναν μι­κρές γει­το­νιές. Σε με­ρι­κές απ΄ αυ­τές έ­δω­σαν ο­νό­μα­τα, ό­πως ‘Ρο­ζιά­νι­κα’ α­πό τους Ρο­ζέ­ους, ‘Κα­ρα­μπα­σιά­νι­κα’ α­πό τους Κα­ρα­μπά­ση­δες Γιωρ­γου­λιά­νι­κα α­πό τους Γιωρ­γού­λη­δες, Δη­μέ­ϊ­κα, Πλα­κιώ­τι­κα, για­τί εί­χε πο­λύ πέ­τρα, ‘Φρα­γκιά­νι­κα’ αρ­χαί­α το­πο­θε­σί­α κ.ά.

Προς την απελευθέρωση...

Η μά­χη της Α­κρά­τας
Με­τά την κα­τα­στρο­φή του Δρά­μα­λη στα Δερ­βε­νά­κια, οι ε­να­πο­μεί­να­ντες Τούρ­κοι ξε­κί­νη­σαν περ­πα­τώ­ντας να φτά­σουν στην Πά­τρα.
Ε­κεί­νες τις η­μέ­ρες στην πε­ριο­χή των Χα­σί­ων α­πει­λού­νταν να γί­νει εμ­φύ­λιος σπα­ραγ­μός. Πα­λαιά μί­ση και πρό­σφα­τες δια­φο­ρές με­τα­ξύ των Πε­τι­με­ζαί­ων και του Σω­τή­ριου Χα­ρα­λά­μπη ο­δη­γού­σαν τους α­γω­νι­στές σε δυ­να­μι­κή α­να­μέ­τρη­ση. Ο ι­σχυ­ρός προ­ε­στός Χα­ρα­λά­μπης, δεν μπο­ρού­σε να α­νε­χθεί την χει­ρα­φέτη­ση των χθε­σι­νών κλε­φτών Πε­τι­με­ζαί­ων, οι ο­ποί­οι τώ­ρα με τα ό­πλα τους α­πέκτη­σαν δη­μο­τι­κό­τη­τα και ι­σχύ στην ε­παρ­χί­α, α­να­τρέ­πο­ντας την πα­λιά τά­ξη πραγ­μά­των. Ό­ταν ό­μως πλη­ρο­φο­ρή­θη­καν ό­τι 3500 Τούρ­κοι το βρά­δυ στις 4 Ια­νουα­ρίου 1823 εί­χαν στρα­το­πε­δεύ­σει στην πε­ριο­χή του ση­με­ρι­νού Δερ­βε­νί­ου με προ­ορι­σμό την Πά­τρα, πα­ρα­μέ­ρι­σαν τα μί­ση και τις δια­φο­ρές τους για να πο­λε­μή­σουν τους ε­χθρούς τους. Α­φού κα­τέ­λα­βαν θέ­σεις στον Κρά­θη πο­τα­μό και στους γύ­ρω λό­φους δεν ά­φη­σαν τους Τούρ­κους να προ­χω­ρή­σουν. Κά­νο­ντας κλε­φτο­πό­λε­μο για ε­νά­μι­ση μή­να εί­χαν φέ­ρει ση­μα­ντι­κές α­πώ­λειες στους πει­να­σμέ­νους και άρ­ρω­στους α­πό ε­λο­νο­σί­α Τούρ­κους που εί­χαν στρα­τοπε­δεύ­σει στα πα­ρά­λια. Στην μά­χη αυ­τή λέ­γε­ται ό­τι οι Τούρ­κοι έ­πια­σαν τον Γιωρ­γί­κο Οι­κο­νο­μό­που­λο α­πό τη Βερ­γου­βί­τσα και του ξε­ρί­ζω­σαν το μου­στά­κι, κα­τόρ­θω­σε ό­μως να τους ξε­φύ­γει και μέ­χρι το θά­να­τό του εί­χε μου­στά­κι μο­νό­πλευ­ρα. Άλ­λο γρα­φι­κό πρό­σω­πο ή­ταν κά­ποιος Γιωρ­γού­λιας α­πό την Βερ­γου­βί­τσα που τον κυ­νη­γού­σε έ­νας Τούρ­κος με το ά­λο­γο του. Απ΄ το φό­βο του ό­μως για να γλι­τώ­σει πή­δη­ξε α­πό έ­να βρά­χο και τό­τε οι χω­ριανοί του φώ­να­ξαν “γιά­σου ρε που­τσα­ρά” δη­λα­δή φο­βη­τσιά­ρη αλ­λά και τολ­μηρό. Κά­ποιοι πα­λιοί α­κό­μα και σή­με­ρα φω­νά­ζουν τους Βερ­γου­βι­τσιώ­τες ¨που­τσά­τ­ους¨.
Οι Τούρ­κοι έ­μει­ναν α­ποκλει­σμέ­νοι έ­ως την 10η Φε­βρουα­ρί­ου 1823. Στο διά­στημα του α­πο­κλει­σμού τους δια­πραγ­μα­τεύ­ο­νταν την πα­ρά­δο­σή τους αλ­λά οι διαφω­νί­ες των ο­πλαρ­χη­γών των Ελ­λή­νων για την δια­νο­μή των λα­φύ­ρων τους ε­κνεύρι­σε και ορ­κί­στη­καν να μην πα­ρα­δο­θούν ζω­ντα­νοί και ό­ποιος δεν θα υ­πά­κουε, θα θα­να­τω­νό­ταν. Την 10η Φε­βρουα­ρί­ου 1823 ήλ­θαν Τουρ­κι­κά πλοί­α α­πό την Πά­τρα και κα­τόρ­θω­σαν να γλι­τώ­σουν πε­ρί­που χί­λιοι.
Ε­πο­χή του Ι­μπα­ήμ.
Ό­ταν το 1826 ο Αι­γυ­πτια­κός στρα­τός του Ι­μπρα­ήμ κα­τέ­στρε­ψε τα πά­ντα στην Πε­λο­πόν­νη­σο πολ­λοί ε­δή­λια­σαν. Η Μαυ­ρο­σπη­λιά για μια α­κό­μη φο­ρά και τε­λευ­ταί­α, ή­ταν το κα­τα­φύ­γιο των κυ­νη­γη­μέ­νων κα­τοί­κων. Λέ­γε­ται ό­τι έ­να βρά­δυ ο Κο­λο­κο­τρώ­νης πή­ρε μα­ζί του με­ρι­κούς Βερ­γου­βι­τσιώ­τες α­πό τη Μαυρο­σπη­λιά που συμ­με­τεί­χαν στην μά­χη της Ζα­χό­λης (ση­με­ρι­νής Ευ­ρω­στί­νης)
Με­τά την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση και την δο­λο­φο­νί­α του Κα­πο­δί­στρια έ­γι­νε κα­τα­τρεγ­μός των α­γω­νι­στών και με­ρι­κοί Βερ­γου­βι­τσιώ­τες πέ­ρα­σαν α­πό δί­κη με την κα­τη­γο­ρί­α ό­τι στην μά­χη της Ζα­χό­λης έ­κα­ναν πλιά­τσι­κο και τι­μω­ρή­θη­καν.
Έ­ρι­δες χω­ριών
Οι κα­κές συν­θή­κες δια­βί­ω­σης κα­τά την β΄ Τουρ­κο­κρα­τί­α α­νά­γκαζαν τους κα­τοί­κους να α­να­ζη­τούν ε­δά­φη για καλ­λιέρ­γεια ή για βο­σκή και σε μα­κρι­νό­τε­ρες πε­ριο­χές. Γνω­στή εί­ναι η έ­ρι­δα των Με­σορ­ρου­γιω­τών και Πε­ριστε­ριω­τών, που το 1736 κα­τά­λη­ξε σε συμ­βι­βα­σμό ε­νώ­πιον του Βο­ε­βό­δα Κα­λα­βρύ­των.
Άλ­λη πε­ρί­πτω­ση δια­φο­ρών συ­νό­ρων εί­ναι με­τα­ξύ Σε­λια­νι­τών και Ζα­χο­λι­τών για τα ό­ρια βο­σκο­τό­πων στο ο­ρο­πέ­διο Ευ­ρω­στί­νας τον Αύ­γου­στο του 1785.
Το ι­στο­ρι­κό έγ­γρα­φο που πα­ρα­θέ­του­με πα­ρα­κά­τω λό­γω της σπου­δαιό­τη­τας του και για την γε­νι­κό­τε­ρη ι­στο­ρί­α του τό­που, α­να­φέ­ρει τον γέ­ρο Α­ντώ­νη Ρό­ζο α­πό τη Βερ­γου­βί­τσα, σαν μάρ­τυ­ρα στη διευ­θέ­τη­ση των ο­ρί­ων του βο­σκό­το­που Ευ­ρω­στί­νας.
Ι­στο­ρι­κό έγ­γρα­φο 28 Αυ­γού­στου 1785
Δια του πα­ρό­ντος γράμ­μα­τος φα­νε­ρώ­νου­με και ο­μο­λο­γού­με ε­μείς τα δύ­ο μέ­ρη, Ζα­χου­λί­τες και Σε­λια­νί­τες με το να εί­ναι τα σύ­νο­ρά μας εις το βου­νό και να μα­λώ­νου­με, και ε­βγή­κα­με στον Αρ­χιε­ρέ­α τα δύ­ο μέ­ρη μα­ζί και μας α­πο­φά­σι­σε ο Αρ­χιε­ρέ­ας να έ­βγουν δύ­ο μάρ­τυ­ρες α­πό ξέ­νο χω­ριό και ό­τι μαρ­τυ­ρή­σουν με φό­βον Θε­ού έ­τσι να γί­νουν τα σύ­νο­ρα. Και έ­τσι ε­βγή­καν δύ­ο Σα­ρα­ντα­πη­χιώ­τες ο γέ­ρο Πα­να­γιώ­της Κού­του­λας και ο Στα­μά­της Κε­ρα­σά­ρης και ε­μαρ­τύ­ρη­σαν την α­λή­θεια ως κα­θώς και ή­ξε­ραν τα σύ­νο­ρα ως κα­θώς ή­σαν, και άλ­λοι άν­θρω­ποι α­ξιό­πι­στοι πα­ρών και ο Η­γού­με­νος α­πό Α­γί­ους Α­πο­στό­λους Κύ­ριλ­λος και ο κυρ Πα­λαιο­λό­γος α­πό Α­ρά­χο­βα και ο Γέ­ρο Α­ντώ­νης Ρό­ζος α­πό Βερ­γου­βί­τσα και ο Πέ­τρος Πα­πα­δη­μη­τρά­κης α­πό το Πε­ρι­θώ­ρι και μεις τα δύ­ο χω­ριά συ­ναγ­μέ­νοι και κα­θώς ε­μαρ­τύ­ρη­σαν οι μάρ­τυ­ρες κα­τά Θε­όν φα­νε­ρώ­νου­με τα σύ­νο­ρα. Α­πό Μαυ­ρο­σπη­λιά ί­σα­με το νε­ρό ορ­θώ­νει εις την σπη­λί­τσα και ε­βγαί­νει εις το χω­ρά­φι των Χα­τζα­λαί­ων, ί­σα εις των Κα­του­φαί­ων τους πεύ­κους εις το στα­νο­τό­πι και μπρο­στά στον έ­λα­το τα τρί­α α­δέλ­φια που εί­χαν σταυ­ρω­μέ­να, μπρο­στά το χτέ­νι και ε­βγαί­νει εις την α­λα­φό­λι­μνα και ε­βγαί­νει μα­γκού­ρες εις τα Μαύ­ρα Λι­θά­ρια. Και έ­τσι ε­μαρ­τύ­ρη­σαν οι μάρ­τυ­ρες και ε­θέ­λει ο Θε­ός κατ΄ έ­μπρο­σθεν των ευ­ρε­θέ­ντων μαρ­τύ­ρων δια σι­γου­ριά και τε­λειό­τη­τα και τα δύ­ο μέ­ρη μας δια να μην συγ­χυ­ζό­μα­στε κά­θε μέ­ρα, ώς κα­θώς ε­μαρ­τύ­ρη­σαν οι μάρ­τυ­ρες με φό­βο θε­ού έ­μπρο­σθεν και ευ­ρε­θέ­ντων μαρ­τύ­ρων.
1785 Αυ­γού­στου 10.
Πα­να­γιώ­της Κού­του­λας Μαρ­τυ­ρώ. Στα­μά­της Κε­ρασ­σά­ρης Μαρ­τυ­ρώ.
Με­λέ­τιος Ιε­ρο­μό­να­χος α­πό Α­γί­ους Α­πο­στό­λους πε­ρι­κα­λε­στι­κώς έγρα­ψα και Μαρ­τυ­ρώ.
Στο πί­σω μέ­ρος του χαρ­τιού γρά­φει: To πα­ρόν ι­διω­τι­κόν έγ­γρα­φον κα­τα­τε­θέν ε­νώ­πιον ε­μού του Συμ­βο­λαιο­γρά­φου Αι­γεί­ρας Βα­σι­λεί­ου Μα­ρινό­που­λου ως και η υπ. α­ριθ. 1699 ση­με­ρι­νής η­με­ρο­μη­νί­ας πρά­ξης αυ­τού, α­φού ε­μο­νογρά­φη ό­πι­σθεν υ­πό των κα­τα­θε­σά­ντων με­λών της κοι­νό­τη­τας Σε­λιά­νας των μαρτύ­ρων και ε­μού του Συμ­βο­λαιο­γρά­φου ό­περ προ­σηρ­τή­θη εν τη μνη­σθεί­ση πράξη και συ­νυ­πε­γρά­φη και η πα­ρού­σα πα­ρά των α­νω­τέ­ρω. Ε­γέ­νε­τω εν Σε­λιά­να και εν τη ε­νταύ­θα οι­κί­α του Θε­ό­δω­ρου Π. Κα­ρα­βέ­λα σή­με­ρον την 28η Ιου­λί­ου 1893. Οι κα­τα­θέ­σα­ντες Γ. Λα­μπρό­που­λος, Ν. Κα­ρού­νης, Α. Κα­ψαμπέ­λης, Αγ. Σπυ­ρό­που­λος, Γ. Β. Κα­ρό­γιαν­νης, Κ. Μα­ρα­γκό­που­λος. Οι Μάρ­τυ­ρες Ζ. Τρο­κά­λης, Η, Κα­τού­φας.
Ο Γε­ρ-Α­ντώ­νης λοι­πόν γνώ­στης της γε­ω­γρα­φί­ας και των συ­νό­ρων της πε­ριο­χής, κλή­θη­κε μάρ­τυ­ρας στο πα­ρα­πά­νω πρα­κτι­κό. Αυ­τό δεί­χνει ό­τι ή­ταν ση­μα­ντι­κό μέ­λος της κοι­νω­νί­ας του χω­ριού α­πό την βα­ρύ­τη­τα που εί­χε ο λό­γος του και ο χα­ρα­κτή­ρας του και εί­χε πλή­ρη γνώ­ση της πε­ριο­χής. Αν ο Α­ντώ­νης Ρό­ζος, την ε­πο­χή που συ­ντά­χθη­κε το πα­ρα­πά­νω έγ­γρα­φο ή­ταν 80 ε­τών, γεννή­θη­κε πε­ρί το 1705 στην Βερ­γου­βί­τσα. Ά­ρα και οι γο­νείς του ή­σαν μό­νι­μοι κά­τοι­κοι του χω­ριού. Το γε­γο­νός αυ­τό τεκ­μηριώ­νει ό­τι Ρο­ζέ­οι κα­τοι­κού­σαν στην Βερ­γου­βί­τσα του­λά­χι­στο α­πό το 1650.

Μετά την απελευθέρωση...

Δή­μοι και Κοι­νό­τη­τες
Με­τά την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση άρ­χι­σε να ορ­γα­νώ­νε­ται το κρά­τος και κα­θιε­ρώ­θη­καν οι Δή­μοι.
Στις 27-12-1833 έ­γι­νε ο Δή­μος Φελ­λό­ης συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης της Βερ­γου­βί­τσας με έ­δρα τη Σβυ­ρού (Ό­α­ση). Με το Β.Δ. της 19ης Ιου­νί­ου 1841 ο Δή­μος Φελ­λό­ης έ­γι­νε Β΄ Τά­ξε­ως με έ­δρα τη Σε­λιά­να. Δή­μαρ­χος Φελ­λό­ης διε­τέ­λε­σε ο Γε­ώρ­γιος Ρό­ζος και με­τέ­πει­τα ο εγ­γο­νός του Πα­να­γής Α­πο­στό­λου Ρό­ζος. Ε­πί­σης ε­πί ει­κο­σα­ε­τί­α διε­τέ­λε­σε Δή­μαρ­χος ο Θε­ό­δω­ρος Κα­ρα­βέ­λας, ιατρός α­πό τη Σε­λιά­να, ο ο­ποί­ος εί­χε πα­ντρευ­τεί την α­δελ­φή του Πα­να­γή Α. Ρό­ζου Γα­ρου­φα­λιά.
Με­τά την κα­τάρ­γη­ση των Δή­μων με το Β.Δ. της 18ης Αυ­γού­στου 1912 η Βερ­γου­βί­τσα α­να­γνω­ρί­στη­κε ως Κοι­νό­τη­τα και μέ­χρι το 1944 υ­πα­γό­ταν διοι­κη­τι­κά στην Ε­παρ­χί­α Κα­λα­βρύ­των. Με το διά­ταγ­μα της 22ας Μα­ΐ­ου 1944 υ­πή­χθη στην ε­παρ­χί­α Αι­για­λεί­ας . Με το Β.Δ. 20-9-1955 η Βερ­γου­βί­τσα με­το­νο­μά­στη­κε σε Μο­να­στή­ρι.
Α­πο­γρα­φές πλη­θυ­σμού
Οι πρώ­τες α­πο­γρα­φές στην Πε­λο­πόν­νη­σο που εν­δια­φέ­ρουν και την πε­ριο­χή μας έ­γι­ναν α­πό τους Ε­νε­τούς το έ­τος 1688.
Με τα ελ­λι­πή μέ­σα της ε­πο­χής ε­κεί­νης κατεγράφη ό­τι ο πλη­θυ­σμός ε­κτός της Κορίν­θου και της Μά­νης ή­ταν 85.468. Κα­τά τους υ­πο­λο­γι­σμούς των Ε­νε­τών υ­πο­λο­γί­σθηκε ό­τι λό­γω των ε­χθρο­πρα­ξιών ο πλη­θυ­σμός εί­χε μειω­θεί στο έ­να τρί­το.
Σε νε­ό­τε­ρη α­πο­γρα­φή κα­τά τα έ­τη 1691-1692 έ­δει­ξε ό­τι ο πλη­θυ­σμός της Πε­λο­πον­νήσου εί­χε αυ­ξη­θεί στις 190.653. Κα­τά την α­πο­γρα­φή αυ­τή ο Νο­μός Α­χα­ΐ­ας εί­χε 49.491 κα­τοί­κους. Η ε­παρ­χί­α Κα­λα­βρύ­των που στην ο­ποί­α υ­πα­γό­ταν η πε­ριο­χή μας εί­χε 118 κα­τοι­κη­μέ­να χω­ριά, 36 κα­τα­στρεμ­μέ­να, 5 Μο­να­στή­ρια, 992 οι­κο­γέ­νειες με 16.561 ψυ­χές και 2.211.760 στρέμ­μα­τα γης.
Άλ­λη πλη­θυ­σμια­κή α­πα­ρίθ­μη­ση έ­γι­νε α­πό τον Κα­πο­δί­στρια το 1828. Επίσης έ­γι­νε προσπά­θεια να υ­πο­λο­γι­στεί ο πλη­θυ­σμός της χώ­ρας κα­τά το 1821. Με την και­νούρια δια­μόρ­φω­ση των ε­παρ­χιών, η ε­παρ­χί­α Κα­λα­βρύ­των που υ­πα­γό­ταν και τό­τε η πε­ριο­χή μας εί­χε 33.983 κα­τοί­κους το 1821, και 28.931 κα­τοί­κους το 1828, έ­χα­σε δη­λα­δή στο διά­στη­μα αυ­τό 5.052 κα­τοί­κους.
Σε α­πο­γρα­φή που έ­γι­νε α­πό γαλ­λι­κή ε­πι­στη­μο­νική α­πο­στο­λή τα έ­τη 1829-1830 έ­δει­ξε στην ε­παρ­χί­α Κα­λα­βρύ­των 39.999 κα­τοί­κους. Στο χωριό Βερ­γου­βί­τσα έ­δει­ξε 51 οι­κο­γέ­νειες και 274 ά­το­μα.
Ε­πί­ση­μες α­πο­γρα­φές ξε­κί­νη­σαν α­πό το έ­τος 1879 και με­τά οι οποίες έ­χουν ως ε­ξής:
Έ­τος 1879 Βερ­γου­βί­τσα πλη­θυ­σμός 522 κά­τοι­κοι
Έ­τος 1889 Βερ­γου­βί­τσα πλη­θυ­σμός 465 κά­τοι­κοι
Έ­τος 1896 Βερ­γου­βί­τσα πλη­θυ­σμός 502 κά­τοι­κοι
Έ­τος 1907 Βερ­γου­βί­τσα πλη­θυ­σμός 492 κά­τοι­κοι
Έ­τος 1920 Βερ­γου­βί­τσα πλη­θυ­σμός 181 κά­τοι­κοι
Έ­τος 1928 Βερ­γου­βί­τσα πλη­θυ­σμός 178 κά­τοι­κοι
Έ­τος 1928 Γε­ωρ­γου­λιά­νι­κα πλη­θυ­σμός 39 κά­τοι­κοι
Έ­τος 1928 Κα­ρα­μπα­σιά­νι­κα πλη­θυ­σμός 38 κά­τοι­κοι
Έ­τος 1928 Ρο­ζέ­ϊ­κα πλη­θυ­σμός 78 κά­τοι­κοι
Έ­τος 1940 Βερ­γου­βί­τσα πλη­θυ­σμός 340 κά­τοι­κοι
Έ­τος 1951 Βερ­γου­βί­τσα πλη­θυ­σμός 269 κά­τοι­κοι
Έ­τος 1961 Μο­να­στή­ριο πλη­θυ­σμός 234 κά­τοι­κοι
Έ­τος 1971 Μο­να­στή­ριο πλη­θυ­σμός 213 κά­τοι­κοι

Η ρί­ζα...

Ο Α­ντώ­νης Ρό­ζος (1705) όπως φαίνεται εί­ναι ο πρώ­τος Ρό­ζος Βερ­γου­βι­τσιώ­της α­πό ε­πί­ση­μη πη­γή.
Αν πε­ρι­γρά­ψου­με το χα­ρα­κτή­ρα του μπο­ρού­με να πού­με ό­τι ή­ταν σο­βα­ρός φι­λα­λή­θης και συ­μπαθής στο χω­ριό του. Η γνώ­μη του ή­ταν σε­βα­στή ό­χι μό­νο στους Βερ­γου­βι­τσιώ­τες αλ­λά και στα γύ­ρω χω­ριά (υ­πό­θε­ση ο­ρί­ων Ευ­ρω­στί­νας).
Ο Α­ντώ­νης Ρό­ζος εί­χε γιό τον Βα­σί­λη. Για άλ­λα παι­δί­α δεν γνω­ρί­ζου­με
Συ­να­ντά­με ε­πί­σης και Γιάν­νη Ρό­ζο (1760).
Ο Γιάν­νης Ρό­ζος εί­χε γιό τον Θα­νά­ση.
Γιάν­νης Ρό­ζος (1760)
Εί­χε γιο τον Θα­νά­ση Ι. Ρό­ζο (1790). Ο Θα­νά­σης Ι. Ρό­ζος συμ­με­τεί­χε στον α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κό α­γώ­να και αποδεικνύεται από το πι­στο­ποι­η­τι­κό του ο­πλαρ­χη­γού Νι­κο­λά­ου Πε­τμε­ζά πε­ρί της δρά­σε­ώς του κα­τά το 1821, με η­με­ρο­μη­νί­α 24 Ια­νουα­ρί­ου 1823. Για α­πο­γό­νους του ο­πλαρ­χη­γού Θα­νά­ση Ρό­ζου δεν γνω­ρί­ζου­με.
Α­πό συμ­βό­λαια πε­ρί το 1890, βρίσκουμε Θα­νά­ση Ρό­ζο Βερ­γου­βι­τσιώ­της, έ­χο­ντας γιους τον Α­λέ­ξη, Κώ­στα, Γιάν­νη Σπύ­ρο και Γιώρ­γο (Ια­τρό). Ως α­δελ­φούς και κληρο­νό­μους του Α­θα­να­σί­ου Ρό­ζου α­να­φέ­ρο­νται στο 589 συμ­βό­λαιο του συμ­βο­λαιογρά­φου Σε­λιά­νας Χρή­στου Ρη­γό­που­λου το έ­τος 1899. Ε­πί­σης στο 9953 συμ­βό­λαιο του συμ­βο­λαιο­γρά­φου Σε­λιά­νας Χρή­στου Γιαν­νού­λη, α­να­φέ­ρε­ται ως μάρ­τυ­ρας ο Γε­ώρ­γιος Αθ. Ρό­ζος Ια­τρός κά­τοι­κος Βερ­γου­βί­τσας.
Τα ονόματα Θα­νά­σης και Γιάν­νης που συναντάμε στα παραπάνω συμ­βο­λαία, μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι μπορεί να είναι α­πό­γο­νοι του ο­πλαρ­χη­γού του ΄21 Α­θα­να­σί­ου Ι. Ρό­ζου χωρίς όμως αυτό να αποδεικνύεται.
Ο Σπύ­ρος Αθ. Ρό­ζος ή­ταν ά­γα­μος. Α­πό­γο­νοι του Γιάν­νη και Γιώρ­γου με­τοί­κη­σαν α­πό την Βερ­γου­βί­τσα προς του Αι­γί­ου τα μέ­ρη.
Α­πό τον Α­λέ­ξη Αθ. Ρό­ζο έ­χου­με δύ­ο Κό­ρες τη Α­λε­ξάν­δρα και τη Βα­σι­λι­κή. Α­πό το 589 συμ­βό­λαιο του συμ­βο­λαιο­γρά­φου Σε­λιά­νας - Φελ­λό­ης Χρή­στου Ρη­γό­που­λου το 1899 πλη­ρο­φο­ρού­μα­στε ό­τι ο Α­λέ­ξης εί­χε πα­ντο­πω­λεί­ο στην πα­ρα­λί­α Αι­γεί­ρας.
Α­πό τον Κώ­στα Αθ. Ρό­ζο έ­χου­με τον Θα­νά­ση ο ο­ποί­ος έ­με­νε στην Αι­γεί­ρα, τον Αγα­μέ­μνων που α­πε­βί­ω­σε με­τα­νά­στης στην Α­με­ρι­κή στις αρ­χές του αιώ­να, τον Αν­δρέ­α που διέ­με­νε στην Πά­τρα και δύ­ο κό­ρες την Χα­ρί­κλεια και Πα­να­γιώ­τα που πα­ντρεύ­τη­καν στο Αί­γιο.
Α­πό τον Θα­νά­ση που ή­ταν κά­τοι­κος Αι­γεί­ρας και Βερ­γου­βί­τσας έ­χου­με τον Αγα­μέ­μνο­να, την Πα­ρα­σκευ­ή και την Ε­λέ­νη που δια­μέ­νουν στην Αι­γεί­ρα.
Βα­σί­λειος Ρό­ζος (1735)
Γιός του Α­ντώ­νη, ό­πως α­πο­δει­κνύ­ε­ται α­πό παλαιά έ­γρα­φα εί­χε γιους τον Χρή­στο που έ­γι­νε πα­πάς και τον Γιώρ­γη. Ε­πί­σης υ­πάρ­χει και Α­να­γνώ­στης Ρό­ζος το 1828 χω­ρίς να γνω­ρί­ζου­με το πα­τρώ­νυ­μό του.
Οι Πα­πα- Χρή­στος Β. Ρό­ζος και Α­να­γνώ­στης Ρό­ζος α­πό δη­μό­σια έγ­γρα­φα που υ­πο­γρά­φουν, στις 12 Ια­νουα­ρί­ου 1828 ε­κλέ­γο­νται δη­μο­γέ­ρο­ντες στα Χά­σια {Τα χω­ριά του Δή­μου Φελ­λό­ης (συλ­λο­γή Βλα­χο­γιάν­νη φ. 272 φακ. Πε­τμε­ζέ­ων). Οι Δη­μο­γέ­ρο­ντες ε­κλέ­γο­νταν α­πό τους πο­λί­τες η­λι­κί­ας ά­νω των 25. Ε­κλό­γι­μοι ή­σαν οι πο­λί­τες ά­νω των 35 ε­τών και αυ­τοί που πλή­ρω­ναν τους πε­ρισ­σό­τε­ρους φό­ρους.}
Πα­πα­ - Χρή­στος Ρό­ζος (1760)
Τον Πα­πα­-Χρηστο Ρό­ζο Ιε­ρέ­α, α­να­φέ­ρουν τα υπ’ α­ριθ. 16 και 174 συμ­βό­λαια, του συμ­βο­λαιο­γρα­φεί­ου Νω­νά­κρι­δος. Το υπ΄ α­ρίθ. 160 του 1838 του ι­δί­ου συμ­βο­λαιο­γρα­φεί­ου τον α­να­φέ­ρει ως “Χρί­στον Οι­κο­νό­μον του Βα­σι­λεί­ου Ε­φη­μέ­ριο”. Το νέ­ο ε­πώ­νυ­μο του δι­νό­ταν α­πό τον εκ­κλη­σια­στι­κό τί­τλο “Οι­κο­νό­μος” που του εί­χε α­πο­νε­μη­θεί.
Ο Πα­πα-Χρή­στος Ρό­ζος ή Πα­πα­χρι­στά­κης, ή­ταν έ­ντο­νη προ­σω­πι­κό­τη­τα με με­γά­λο πό­θο για ε­λευ­θε­ρί­α και πριν την ε­πα­νά­στα­ση τις Κυ­ρια­κές στον Α­ϊ Νι­κό­λα με­τά τη λει­τουρ­γί­α (δεν εί­χε κτι­στεί α­κό­μα η Πα­να­γί­α), έ­βγα­ζε λό­γους κα­τά των Τούρ­κων. Ένα προεπαναστατικό γεγονός που συνέβη με το Παπαχριστάκη λέγεται μέχρι και σήμερα.
Τότε που οι ει­σπρά­κτο­ρες των φό­ρων έ­φτα­ναν στην Βερ­γου­βί­τσα, οι κά­τοι­κοι για να μην πλη­ρώ­σουν έ­φευ­γαν α­πό το χω­ριό και κρύ­βονταν στο δά­σος της Ευ­ρω­στί­νας έ­ως ό­του φύ­γουν. Μί­α α­πό τις φο­ρές αυ­τές ο Πα­πα­χρι­στά­κης, που κου­βα­λού­σε πά­ντα μα­ζί και το κα­ρυο­φύλ­λι του, την ώ­ρα που έ­φτα­ναν οι ει­σπρά­κτο­ρες με το Τουρ­κι­κό α­πό­σπα­σμα, έ­ρι­ξε μια του­φε­κιά και α­να­στά­τω­σε τους Τούρ­κους. Ε­πει­δή σε κά­θε χω­ριό υ­πήρ­χαν και α­δύ­να­μοι χα­ρα­κτή­ρες, οι Τούρ­κοι έ­μα­θαν γρή­γο­ρα για τον Πα­πά και τον συ­νέ­λα­βαν. Τον φόρ­τω­σαν με έ­να λι­θά­ρι 80 κι­λών και τον ο­δη­γού­σαν πε­ζό προς τα Αρ­φα­ρά (Α­μπε­λό­κη­ποι) που ή­ταν η έ­δρα της διοί­κη­σης των Τούρ­κων. Μό­λις το έ­μα­θε ο α­δελ­φός του Γιώρ­γης πρό­λα­βε με το ά­λο­γό του το α­πό­σπα­σμα προ­τού φτά­σουν στα Αρ­φα­ρά, δω­ρο­δό­κη­σε τους Τούρ­κους και τον ά­φη­σαν ε­λεύ­θε­ρο. Μό­λις ε­λευ­θε­ρώ­θη­κε ο Πα­πα­χρή­στος έ­δω­σε το κα­ρυο­φύλ­λι του που εί­χε πι­βούς και κο­κό­ρια α­ση­μέ­νια δώ­ρο στο α­δελ­φό του Γιώρ­γη. Το κα­ρυο­φύλ­λι αυ­τό το εί­χε στο σπί­τι του μέ­χρι τα τε­λευ­ταί­α χρό­νια ο Αγ­γε­λής Γ. Ρό­ζος, μά­λι­στα του εί­χε μεί­νει μέ­χρι τό­τε το χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό πα­ρα­τσού­κλι ¨Πα­πα­διά¨ που ε­ξη­γεί κα­τα­φα­νέ­στα­τα τον αρ­χι­κό ι­διο­κτή­τη. Τον Ιού­λιο του 1941 με­τά α­πό κά­ποια προ­δο­σί­α το ό­πλο αυ­τό το πα­ρέ­δω­σε ο Αγ­γε­λής Ρό­ζος στους Ι­τα­λούς.
Ο Πα­πα­-Χρή­στος Ρό­ζος εί­χε ένα γιο τον Πα­να­γή και μια κό­ρη την Κα­τε­ρί­νη.
Ο Πα­να­γής εί­χε γιούς το Βα­σί­λη το Γιάν­νη και τον Αγ­γε­λή. Ως α­δελ­φούς τους α­να­φέ­ρει το 589 συμ­βό­λαιο του συμ­βο­λαιο­γρά­φου Φελ­λό­ης Χρήστου Ρη­γό­που­λου το 1899. Ε­πί­σης α­πό το 4942 συμ­βό­λαιο του συμ­βο­λαιο­γρά­φου Αι­γεί­ρας Βα­σι­λεί­ου Μα­ρα­γκό­που­λου το 1902, ο Βα­σί­λειος Ρό­ζος φαί­νε­ται μό­νι­μος κάτοι­κος Βερ­γου­βί­τσας. Α­πό­γο­νοι του Βα­σί­λη και Γιάν­νη Ρό­ζου με­τοί­κη­σαν περί το 1905 στην Βλο­βο­κά- Αι­γές.
Σή­με­ρα οι Ρο­ζέ­οι της Βλο­βο­κάς έ­χουν με­τοι­κή­σει σε Α­θή­να Πά­τρα και Αί­γιο.
Ο Αγ­γε­λής Ρό­ζος εί­χε μί­α κό­ρη την Λε­μο­νιά και δύ­ο γιους τον Α­ρι­στεί­δη και τον Λου­κά. Τη Λε­μο­νιά ως θυ­γα­τέ­ρα Αγ­γε­λή Ρό­ζου την α­να­φέ­ρει το 6984 συμ­βό­λαιο του συμ­βο­λαιο­γρά­φου Φελ­λό­ης Χρή­στου Γιαν­νού­λη το 1887, η ο­ποί­α ή­ταν σύ­ζυγος Πα­να­γή Πα­πα-Χρή­στου α­πό τα Γκου­μέ­ϊ­κα Κρα­θί­ου. Το 581 συμ­βό­λαιο του συμ­βο­λαιο­γρά­φου Φελ­λό­ης Παύ­λου Α­να­γνω­στό­που­λου το 1919, α­να­φέ­ρει την οι­κί­α του Α­ρι­στεί­δη Α. Ρό­ζου στην πε­ριο­χή Ρο­ζέ­ϊ­κα του Δή­μου Αι­γεί­ρας { Ο Α­ρι­στεί­δης εί­χε σπί­τι και στην Αι­γεί­ρα στα Ρο­ζέ­ϊ­κα στο «πουρ­νά­ρι» ό­πως έ­λε­γαν. Το πουρ­νά­ρι εί­ναι το υ­πε­ραιω­νό­βιο δέν­δρο που βρί­σκε­ται στο ύ­ψω­μα που κα­τοι­κού­σαν οι Ρο­ζέ­οι και μα­ζεύ­ο­νταν στον ί­σκιο του λέ­γο­ντας διά­φο­ρα κου­τσο­μπολιά}.
Α­πό­γο­νοι του Α­ρι­στεί­δη Α Ρό­ζου με­τοί­κη­σαν στα Μπο­ζα­ϊ­τι­κα Πα­τρών.
Ο Λου­κάς Ρό­ζος (1868) σε η­λι­κί­α 38 ε­τών το 1906, έ­γι­νε οι­κο­νο­μι­κός με­τα­νά­στης στην Α­με­ρι­κή. Ε­πέ­στρε­ψε ό­μως και έ­με­νε στην Βερ­γου­βί­τσα. Α­πό­γο­νοι του Λου­κά Α. Ρό­ζου φέ­ρουν και το πα­ρα­τσού­κλι κα­πο­νά­δες. Με­ρι­κοί εί­ναι α­κό­μα κά­τοι­κοι Βερ­γου­βί­τσας αλ­λά με άλ­λα έ­χουν δια­φο­ρε­τι­κό ε­πώ­νυ­μο.
Γε­ώρ­γιος Β. Ρό­ζος (1764-1845)
Ο Γιώρ­γης έ­μα­θε α­νά­γνω­ση και γρα­φή στην Μο­νή Α­γί­ων Α­πο­στό­λων* που υ­πα­γό­ταν στην κοι­νό­τη­τα Πε­ρι­θω­ρί­ου, και ή­ταν προ­ε­στός του χω­ριού. Με­τά την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση διε­τέ­λε­σε δή­μαρ­χος για αρ­κε­τά χρό­νια. Ως δή­μαρ­χο τον α­να­φέ­ρουν τα υπ. α­ριθ. 147 και 200 του έ­τους 1838 συμ­βό­λαια του συμ­βο­λαιο­γρα­φού­ντος Ει­ρη­νο­δί­κη Νω­νά­κρι­δος Γ. Οι­κο­νο­μό­που­λου.
Όταν έ­γι­νε Δή­μαρ­χος Φελ­λό­ης το πρώ­το μέ­λη­μά του ή­ταν να βο­η­θή­σει τους α­γω­νι­στές του 21 και να συ­ντα­ξιο­δο­τη­θούν τα θύ­μα­τα ό­πως οι χή­ρες Β. Μητ­τά, Ζή­ρου, Ράλ­λη α­πό την Βερ­γου­βί­τσα. Η Ζή­ραι­να με την σύ­ντα­ξη έ­κτι­σε τριώ­ρο­φο κτί­ριο στα Ρο­ζιά­νι­κα που κά­η­κε. Πά­λι ό­μως με την συν­δρο­μή του Δη­μάρ­χου έ­κτι­σε νέ­ο που κα­τε­δα­φί­σθη­κε α­πό το Χρή­στο Α­να­στα­σό­που­λο το 1980. Το 1848 ο Γιώρ­γης Π. Ρό­ζος με την συν­δρο­μή ό­λων των κα­τοί­κων του χω­ριού έ­φτια­ξε τον πε­ρι­καλ­λή να­ό ¨Κοί­μη­σης Θε­ο­τό­κου¨* έ­ξω α­πό το χω­ριό, με τοι­χο­γρα­φί­ες, ε­πί­χρυ­σο τέ­μπλο και σκε­πή στε­ρε­ω­μέ­νη σε κο­λό­νες. (Οι κο­λώ­νες σήμερα έ­χουν κα­τε­δα­φι­στεί και οι ει­κό­νες έ­χουν κλα­πεί. Πε­ρισ­σό­τε­ρες πλη­ρο­φο­ρί­ες στο βι­βλί­ο του Χρή­στου Σα­μα­ρά ¨συ­νο­πτι­κή ι­στο­ρί­α του Μο­να­στη­ρί­ου και της Πα­να­γί­ας της Βερ­γου­βι­τσιώ­τι­σας¨).
{ Ιστορικό ίδρυσης του Ιερού Ναού
1848 ανεγέρθηκε για τρίτη φορά ο Ναός, το τέμπλο και το κωδωνοστάσιο.
1852 φυτευτήκαν οι μεγάλοι κυπάρισσοι.
1864 κτίσθηκε η μάνδρα και φυτεύτηκαν οι μικροί κυπάρισσοι εντός αυτής.
1875 έγινε ο δρόμος από το προσκυνητάρι μέχρι το Ναό και φυτεύτηκαν οι κυπάρισσοι αριστερά και δεξιά.
1878 ανεγέρθηκε το προσκηνητάρι.
1889 έγινε το νεκροταφείο.
1891 έγινε το καμπαναριό.
1901 αγοράστηκαν οι καμπάνες 352 και 395 κιλών.
1920 αγοράστηκε ο επιτάφιος.
1926 ανοίχθηκε το πηγάδι.
1927 κατασκευάστηκαν τα στασίδια της εκκλησίας.
1998 ανεγέρθηκε νέος ξενώνας}
Έ­κτι­σε το εκ­κλη­σά­κι του Α­ϊ Γιάν­νη στην Αι­γεί­ρα που ή­ταν στο πί­σω μέ­ρος ό­που βρί­σκο­νται σή­με­ρα τα σπί­τια Σω­τή­ρη και Χρι­στό­φο­ρου Ρό­ζου. Στα 1930 με­τα­φέρ­θη­κε στην ση­με­ρι­νή του θέ­ση με­τά α­πό δω­ρε­ά του χώ­ρου α­πό τον Κων/νο Γ. Ρό­ζο.
Τα δύ­ο α­δέλ­φια Γιώρ­γης και Πα­πα Χρή­στος που έ­ζη­σαν πριν την ε­πα­νά­στα­ση εί­χαν μέ­σα τους ζω­ντα­νό τον πό­θο της α­πε­λευ­θέ­ρω­σης. Με την ί­δρυ­ση της Φι­λι­κής Ε­ται­ρί­ας έ­γι­ναν μέ­λη και προ­σέ­φε­ραν χρή­μα­τα στον α­γώ­να (βι­βλί­ο του Π. Σω­τη­ρό­που­λου “Πα­να­γιώ­της Γωρ­γιά­δης – Σε­λια­νί­της έ­να ά­γνω­στος Φι­λι­κός” ό­που φαί­νε­ται α­πό το κα­τά­στι­χο του Γε­ωρ­γιά­δη σελ. 22, που ση­μεί­ω­νε χρή­μα­τα που ε­λάμ­βα­νε α­πό διά­φο­ρους για τον α­γώ­να, το ε­ξής κεί­με­νο:
“1821 Μαρ­τί­ου 29 ο­μο­λο­γί­α χρε­ω­στι­κή εις ε­μέ του Πα­πα-Χρή­στου και Γε­ωρ­γί­ου Ρο­ζέ­ων α­πό Βερ­γου­βί­τσα με διω­ρί­αν η­με­ρών εί­κο­σι πλη­ρω­μής δια ό­σα γρό­σια εις αυ­τήν φαί­νο­νται _ γρό­σια 200”.)
Ο συ­χω­ρια­νός των δύ­ο α­δελ­φών Γιωρ­γί­κος Οι­κο­νο­μό­που­λος που πέ­θα­νε το 1902 107 ε­τών, ή­ταν ζω­ντα­νή ι­στο­ρί­α και δι­η­γή­θη­κε για τον Πα­πα­χρι­στά­κη και το Γιώρ­γη Ρό­ζο στον Πα­πα­-Χρή­στο Οι­κο­νο­μό­που­λο (νε­ό­τε­ρος Πα­πάς που γνώ­ρι­ζε ο Χρή­στος Σα­μα­ράς).
Τον Γιωρ­γί­κο Α­να­γνώ­στου Οι­κο­νο­μό­που­λο α­να­φέ­ρει στο βι­βλί­ο ¨Κα­λα­βρυ­τι­νή Ε­πε­τη­ρίς¨ ο Γε­ώρ­γιος Πα­παν­δρέ­ου το 1896 ε­τών 102 ο ο­ποί­ος γρά­φει τα ε­ξής :
“Και ε­πί Τουρ­κο­κρα­τί­ας ο Δή­μος Φελ­λό­ης α­πο­τε­λού­σε ί­δια πε­ρι­φέ­ρεια την ο­ποί­α διεύ­θυ­νε το 1821 ο Μου­λά Για­κού­μπ τον ο­ποί­ο θυ­μό­ταν και ο νυν στην Βερ­γου­βί­τσα ζών 102 ε­τών γέ­ρο­ντας Γε­ώρ­γιος Α­να­γνώ­στου Οι­κο­νο­μό­που­λος, να δια­σκε­δά­ζει σε ελ­λη­νι­κό γά­μο που ή­ταν προ­σκα­λε­σμέ­νος και τρα­γου­δού­σε το ά­σμα της Ε­λέ­νης του Λι­μάζ α­γά α­πό το Λει­βάρ­ζι, ό­ταν οι Τούρ­κοι τον ει­δο­ποί­η­σαν να φύ­γει ε­σπευ­σμέ­νως διό­τι ε­ξερ­ρά­γη η ε­πα­νά­στα­ση”.Ο Γε­ώρ­γιος Β. Ρό­ζος εί­χε τρεις γιους. Τον Θα­νά­ση , τον Πα­ντε­λή και τον Α­πο­στό­λη.

Η ρίζα... (συνέχεια)

Θα­νά­σης Γ. Ρό­ζος 1786
Α­πέ­κτη­σε μί­α κό­ρη την Πα­να­γιώ­τα και πή­ρε σώ­γα­μπρο τον Γιάν­νη Μαρ­γώ­ση α­πό Φρα­γκιά­νι­κα ο ο­ποί­ος το πρώ­το του παι­δί το έγ­γρα­ψε Ρό­ζο.
Ο Γιάν­νης Μαρ­γώ­σης εί­χε τρί­α παι­διά το Θα­νά­ση που πέ­θα­νε στο στρα­τό το 1915, το Νι­κο­λή (Μαρ­γώ­σι­δες) και τον Σω­τή­ρη Ρό­ζο που πέ­θα­νε α­νύ­πα­ντρος. Ο Νι­κο­λής απέκτησε δύ­ο κό­ρες. Έ­τσι στα­μά­τη­σε η συ­νέ­χεια των α­πο­γό­νων του Θα­νά­ση Ρό­ζου στην Ρο­ζέ­ϊ­κη ι­στο­ρί­α.
Πα­ντε­λής Γ. Ρό­ζος 1788
Εί­χε μί­α κό­ρη, τον Σω­τή­ρη που δεν α­πέ­κτη­σε παι­διά και τον Χα­ρα­λά­μπη. Ο Χα­ρα­λά­μπης Π. Ρό­ζος αν και εί­χε φερ­σί­μα­τα κο­τζα­μπά­ση, ή­ταν α­γα­πη­τός στο χω­ριό του, ε­νερ­γη­τι­κός και εί­χε αρ­κε­τές γραμ­μα­τι­κές γνώ­σεις που α­πέ­κτη­σε με ι­διαί­τε­ρους δα­σκά­λους. Έ­φτια­ξε το πα­λιό δη­μο­τι­κό σχο­λεί­ο και το δώ­ρι­σε στην εκ­κλη­σί­α που έ­παιρ­νε ε­νοί­κιο α­πό το κρά­τος. Έ­φτια­ξε τον Ά­γιο Πα­ντε­λε­ή­μο­να Αι­γεί­ρας σε μνή­μη του γιου του Πα­ντε­λή (με­τά κα­τασκευα­στεί ο νέ­ος να­ός του Α­γί­ου Πα­ντε­λε­ή­μο­να στα θε­μέ­λια αυ­τού). Α­πέ­κτη­σε ε­κα­το­ντά­δες στρέμ­μα­τα χω­ρά­φια, α­μπέ­λια, στα­φί­δες, ε­λιές, ε­λαιο­τρι­βεί­ο. Ο Χα­ρα­λά­μπης Π. Ρό­ζος εί­χε γιο τον Πα­ντε­λή που σπού­δα­ζε δι­κη­γό­ρος και πέ­θα­νε φοι­τη­τής, και δύ­ο κό­ρες. Η μί­α κό­ρη πα­ντρεύτη­κε στη Σβυ­ρού με τον Βα­σί­λη Χα­ρα­λα­μπό­που­λο και η άλ­λη με τον για­τρό Πα­να­γή Α­ση­μα­κί­δη α­πό τη Σε­λιά­να που τον πή­ρε σώ­γα­μπρο. Ο Α­ση­μα­κί­δης α­πέ­κτη­σε δύ­ο παι­διά, τον Πα­ντε­λή που δεν α­πέ­κτη­σε παι­διά και την Πα­ρα­σκευ­ή που πα­ντρεύ­τη­κε τον Γε­ώρ­γιο Χρό­νη α­νώ­τε­ρο υ­πάλ­λη­λο της κτη­μα­τι­κής τρά­πε­ζας.
Α­πο­στό­λης Γ. Ρό­ζος 1790-1865
Λό­γω ό­τι υ­πάρ­χει η δια­θή­κη του κα­λά δια­τη­ρη­μέ­νη και έ­χει συ­ντα­χθεί στις 29 Α­πρι­λί­ου του έ­τους 1864 έ­χου­με α­κρι­βής στοι­χεί­α για την οι­κο­γέ­νειά του, και λέ­ει τα ε­ξής:
Εν Βερ­γου­βί­τσα του Δή­μου Φελ­λό­ης και εν τη ε­νταύ­θα οι­κί­α του Α­πο­στό­λου Γ. Ρό­ζου σή­με­ρον την ει­κο­στήν ε­νά­τη Α­πρι­λί­ου η­μέ­ραν Τε­τάρ­την και ώ­ραν δε­κά­την πρό με­σημ­βρί­ας το 1864, ει­σελ­θών εις την οι­κί­αν του Α­πο­στό­λου Γε­ωρ. Ρό­ζου κα­τοι­κο­κτη­μα­τί­α ε­νταύ­θα και ε­νο­ρευό­με­νον στην εκ­κλη­σί­αν η Κοί­μη­σις της Θε­ο­τό­κου και εύ­ρων τού­τον κλι­νή­ρην εις το με­σαί­ον δω­μά­τιο της οι­κί­ας του .... και ε­γώ ο συμ­βο­λαιο­γρά­φος να κα­τα­χω­ρώ ό­σα λέ­γει αυ­το­λε­ξή χω­ρίς να με­τα­βά­λω τας έν­νοιάς των, γρά­φων τους ι­δί­ους λό­γους του χω­ρίς να ε­πι­φέ­ρων πα­ρα­μι­κρήν πα­ρα­τή­ρη­σην:
Υ­παν­δρεύ­την με­τα της Βα­σι­λι­κής Α­να­γνώ­στου Μπέ­η προ τριά­κο­ντα τεσ­σά­ρων ε­τών, ε­γέν­νη­σα μετ΄αυ­τής ο­κτώ τέ­κνα τα μεν τέσ­σε­ρα α­πέ­θα­ναν τα δε τέσ­σε­ρα ζούν η Μα­ρί­σλα, Γα­ρου­φα­λιά, Πα­να­γής και Χά­ϊ­δο τα ο­ποί­α ε­γκα­θι­στά και α­φή­νει κλη­ρο­νό­μους του τα α­νω­τέ­ρω τέσ­σε­ρα τέ­κνα.
Την μεν Μα­ρι­σλα υ­πάν­δρευ­σε στην Ζά­χο­λη με­τα του Πα­να­γιω­τά­κη Ψα­ρού και έ­δω­σεν εις αυ­τήν και τον γα­μπρόν του δια προί­κα το α­νά­λο­γο με­ρί­διον της εις ρου­χι­σμόν και με­τρη­τάς δραχ­μάς α­νε­βαί­νο­ντας ό­λα εις δραχ. χι­λιά­δες έξ και πε­ντα­κό­σιες α­ριθ. 6.500 και την ε­γκα­θι­στά κλη­ρο­νό­μον με­τά του θα­νά­του του εις δραχ­μές χι­λί­ας α­ριθ. 1000. Την δε θυ­γα­τέ­ρα του Γα­ρου­φα­λιά υ­πάν­δρευ­σε και αυ­τήν με­τά του εκ Σε­λιά­νης Θε­ο­δώ­ρου Κα­ρα­βέ­λα και έ­δω­σε εις αυ­τήν και τον γαμ­βρόν του δια …. και α­νά­λο­γον με­ρί­διον των και ως προί­κα στα­φι­δά­μπε­λο 5 στρέμ­μα­τα εις Αρ­μυ­ρό του Δή­μου Αι­γεί­ρας, δέ­κα ε­λαιό­δεν­δρα πα­ρά την, εις Οι­κο­νο­μέ­ι­κα του Δή­μου Αι­γεί­ρας. Με­τρη­τάς δραχ­μές τρείς χι­λιά­δες, και ρου­χι­σμόν διά­φο­ρον, α­νε­βαί­νων των των κτη­μά­των των με­τρη­τών και των ρου­χι­σμόν εις δραχ­μές το ό­λον χι­λιά­δες ο­κτώ και πε­να­τα­κο­σί­ας α­ριθ. 8500 και τώ­ρα ε­γκα­θι­στά κλη­ρο­νό­μον του την αυ­τήν Γα­ρου­φα­λιά με­τά του θα­νά­του του εις δραχ­μές τρια­κο­σί­ας (300) την δε ά­γα­μην θυ­γα­τέ­ρα του Χά­ι­δω ε­γκα­θι­στά και α­φή­νει κλη­ρο­νό­μον του με­τά τον θα­να­τό του εις τρείς χι­λιά­δες δραχ­μές α­ριθ. 3000 εις έ­να και ή­μι­ση στρέμ­μα στα­φι­δά­μπε­λον κει­μέ­νης εις θέ­σην Κου­βέ­λη πεύ­κον εις Κοκ­κι­νιές. Δέ­κα πέ­ντε ε­λαιό­δεν­δρα εις ….. ε­ντός του χω­ριού Βλο­βω­κάς του Δή­μου Αι­γεί­ρας σπο­ρά­δην και εις ρου­χι­σμόν διά­φο­ρον κα­τά το έ­θι­μο του τό­που του και της κα­τα­στά­σε­ώς του α­ναι­βαί­νο­ντας εις δραχ­μές χι­λί­ας πε­ντα­κο­σί­ας α­ριθ. 1500 και δέ­κα ο­κά­δες χαλ­κώ­μα­τα και διά­φο­ρα αγ­γεί­α . Εις δε την υ­πό­λοι­πην πε­ριου­σί­αν του κι­νη­τήν και α­κί­νη­τον κα­θώς και αυ­το­κί­νη­τον, κει­μέ­νην εις τους δή­μους Φελ­λό­ης και Αι­γεί­ρας και συ­γκε­κρι­μέ­νην α­πό οι­κί­ες, α­μπέ­λους, στα­φι­δα­μπέ­λους, ε­λαί­αι, ε­λαιο­τρι­βεί­ον α­γρούς πο­τι­στι­κούς και ξε­ρι­κούς και πα­ντός ού­τος δια­κα­τέ­χον, α­πό αι­γο­πρό­βα­τα και λοι­πά ε­γκα­θι­στά και α­φή­νει κύ­ριον …… και κα­θο­λι­κόν κλη­ρο­νό­μον του τον υ­ιόν του Πα­να­γήν ο ο­ποί­ος με­τά του θα­νά­του του να την δια­θέ­τει κα­τά την δι­κήν του αυ­τού ε­πι­θυ­μί­α την α­νω­τέ­ρω πε­ριου­σί­α κα­θώς και το χρη­μα­τι­κόν ό­λον ό­σον έ­χω εις με­τρη­τά και έγ­γρα­φα, υ­πό την ρη­τήν υ­πο­χρέ­ω­σην να δώ­σει στους κλη­ρο­νό­μους ό­σα α­νω­τέ­ρω ά­φη­σα είς τους κλη­ρο­νό­μους χω­ρίς να έ­χει κα­νέ­ναν άλ­λον να δια­θέ­σει τού­τον τον υ­ιόν του Πα­να­γήν είς ο­βο­λόν. Και αν δώ­σει ο κλη­ρο­νό­μος τού­τος Πα­να­γής εις τον ε­πί­τρο­πον της εκ­κλη­σί­ας η Κοί­μη­σης της Πα­να­γί­ας δραχ­μές τρια­κο­σί­ας α­ριθ. 300 δια να κα­τα­σκευά­σουν γέ­φυ­ρα οι χω­ρια­νοί του και να πη­γαί­νουν εις τα κτή­μα­τά των εις Ρα­σού­λια, η ο­ποί­α να κα­τα­σκευα­στεί και κτι­σθεί εις τον μύ­λος της Γιαν­νιάς πλη­σί­ον. Ε­πί­σης ο αυ­τός κλη­ρο­νό­μος να δώ­σεις εις τον αυ­τόν ε­πί­τρο­πον της εκ­κλη­σί­ας δραχ­μές δια­κο­σί­ας ο­πό­τε οι χω­ρια­νοί οι­κο­δο­μή­σουν νέ­ον να­όν ε­ντός του χω­ριού Βερ­γου­βί­τσης και ό­ταν τα δώ­σει να εί­ναι πα­ρόν ό­λοι ο χω­ρια­νοί να λά­βου­σιν γνώ­σιν».
Α­πό τη δια­θή­κη αυ­τή μπο­ρού­με να κα­τα­λά­βου­με το χα­ρα­κτή­ρα και την οι­κο­νο­μι­κή κα­τά­στα­ση του Α­πο­στό­λη α­φού παρ΄ ό­τι εί­ναι κλι­νή­ρης και ε­τοι­μο­θά­να­τος, σκέ­πτε­ται για την α­νά­πτυ­ξη του χω­ριού του με το να ε­πι­θυ­μεί να γί­νει γε­φύ­ρι και και­νούρ­γιος Να­ός. Ο με­τέ­πει­τα εγ­γο­νός του Γιώρ­γης Π. Ρό­ζος που εί­χε γνω­ρί­σει τον Α­πο­στό­λη ά­κου­γε τα σχό­λια α­πό άλ­λους που έ­λε­γαν για τον παπ­πού του ότι ή­ταν σο­βα­ρός, σε­βα­στός και α­γα­πη­τός άν­θρω­πος στο χω­ριό την ε­πο­χή ε­κεί­νη. Μά­λι­στα έ­λε­γε ο Γιώρ­γης Π. Ρό­ζος ό­τι τον ο­νό­μα­ζαν Νέ­στο­ρα, πα­ρο­μοιά­ζο­ντάς τον με τον μυ­θι­κό βα­σι­λιά της Πύ­λου Νέ­στο­ρα, που ο Ό­μη­ρος τον πα­ρου­σιά­ζει σαν γέ­ρο­ντα, αλ­λά αν­δρεί­ο α­κό­μα μα­χη­τή που δια­κρι­νό­ταν α­νά­με­σα σε ό­λους τους Έλ­λη­νες για τη σω­φρο­σύ­νη του.
Οι κό­ρες του Α­πο­στό­λη, η Μα­ρί­σλα πα­ντρεύ­τη­κε τον Πα­να­γιω­τά­κη Ψα­ρό α­πό τη Ζά­χο­λη (λε­γό­ταν ό­τι την έ­κλε­ψε), η Γα­ρου­φα­λιά πα­ντρεύ­τη­κε το Θε­ό­δω­ρο Κα­ρα­βέ­λα α­πό τη Σε­λιά­να για­τρό ο ο­ποί­ος ή­ταν Δή­μαρ­χος Φελ­λό­ης ε­πί ει­κο­σα­ε­τί­α, και η Χά­ι­δω που πα­ντρεύ­τη­κε τον Χρή­στο Πε­τρό­που­λο α­πό τα Αρ­φα­ρά (υ­πάρ­χει στην Αι­γεί­ρα σή­με­ρα μα­κρι­νή εγ­γο­νή της με το ό­νο­μα Χά­ϊ­δω Πα­πα­για­νο­πού­λου).
Πα­να­γής Α. Ρό­ζος 1830 - 1902
Ό­πως ο Κώ­στας Γ. Ρό­ζος εγ­γο­νός του μας με­τέ­φε­ρε,ο Παναγής ή­ταν τί­μιος, η­θι­κός, δη­μιουρ­γι­κός και πο­λύ α­γα­πη­τός στους χω­ρια­νούς του και μεγά­λα πο­λι­τι­στι­κά προ­σό­ντα. ­Έ­γι­νε δή­μαρ­χος Φελ­λό­ης και φρό­ντι­σε πο­λύ για το χω­ριό. Έ­κτι­σε το προ­σκυ­νη­τά­ρι με κα­μά­ρα που έ­χει μια πε­ρί­ερ­γη θέ­ση για να ρί­χνουν οι πι­στοί χρή­μα­τα σε βο­ή­θεια της εκ­κλη­σί­ας και φύ­τε­ψε τα κυ­πα­ρίσ­σια στις ά­κρες του δρό­μου που ο­δη­γεί α­πό το προ­σκυ­νη­τά­ρι στην εκ­κλη­σί­α. Λέ­γε­ται ό­τι ε­μπνεύ­στη­κε το φύ­τε­μα των κυ­πα­ρισ­σιών, α­πό αυ­τά που εί­δε στην Τρυ­πη­τή στο Αί­γιο όταν πήγαινε σχολείο. Μζζε­τέ­φε­ρε τα νε­κρο­τα­φεί­α του Α­γί­ου Νι­κο­λά­ου και Α­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου στην Πα­να­γί­α και πε­ρι­μά­ντρω­σε το νέ­ο νε­κρο­τα­φεί­ο Έ­φτια­ξε έ­να γε­φύ­ρι στο Ρα­σού­λι, ό­πως ή­ταν και αυ­τό ε­πι­θυ­μί­α του πα­τέ­ρα του, που σε μια κα­τε­βα­σιά γκρε­μί­στη­κε και κα­τά δια­βο­λι­κή σύ­μπτω­ση πα­ρέ­συ­ρε και έ­πνι­ξε τη Βα­σί­λω Αν­δρι­κο­πού­λου - Α. Κου­τσα­λέ­ξη. Έ­φτια­ξε τρεις βρύ­σες με κο­ρύ­τες (πο­τί­στρες) μί­α στην Πλά­κα που την λέ­νε Κα­μά­ρι, μια στου Κλέ­ρη που κα­τε­στρά­φη το 1940 και μια στην κά­τω βρύ­ση που κα­τα­στρά­φη­κε το 1941. Κα­τόρ­θω­σε και έ­γι­νε δη­μό­σιο Δη­μο­τι­κό σχο­λεί­ο, για­τί μέ­χρι το 1885 ή­ταν ι­διω­τι­κό και ο δά­σκα­λος πλη­ρω­νό­ταν α­πό το χω­ριό. (Ο πρώ­τος δά­σκα­λος ή­ταν ο Κου­τσο­δά­σκα­λος α­πό την Τσι­λαρ­δή της Βε­λάς).
Ο Πα­να­γής πα­ντρεύ­τη­κε τη Μα­ρί­α Κα­νελ­λο­πού­λου α­πό το Μαυ­ρέ­ντι. Η Μα­ρί­α Κα­νελ­λο­πού­λου ή­ταν εγ­γο­νή της Αρ­χό­ντισ­σας της Αι­κα­τε­ρί­νης Οι­κο­νο­μο­πού­λου - Αγ­γε­λε­το­πού­λου.*
Ο Πα­να­γής Ρό­ζος κα­τοι­κού­σε και στην Αι­γεί­ρα στο σπί­τι που έ­κτι­σε το 1860-64 πε­ρί­που και κα­τοι­κεί σή­με­ρα η οι­κο­γέ­νεια Νι­κο­λά­ου Κ. Ρό­ζου. Η πε­ριο­χή αυ­τή σή­με­ρα λέ­γε­ται Οι­κο­νο­μέ­ι­κα και Ρο­ζέ­ι­κα. Οι­κο­νο­μέ­ϊ­κα α­πό την με­γά­λη έ­κτα­ση που εί­χε η Αρ­χό­ντισ­σα –Οι­κο­νο­μο­πού­λου που με­τέ­πει­τα έ­δω­σε προί­κα στον Πα­να­γή. (Τό­τε οι πε­ρισ­σό­τε­ροι Βερ­γου­βι­τσιώ­τες τον χει­μώ­να με­τοι­κού­σαν στην Αι­γεί­ρα στην πε­ριο­χή Κόκ­κι­νου Βρά­χου που ο­νο­μά­ζε­ται μέ­χρι σή­με­ρα Βερ­γου­βι­τσιώ­τι­κα κα­λύ­βια και ή­ταν η χει­με­ρι­νή έ­δρα της κοι­νό­τη­τας.)
Ο Πα­να­γής λό­γο ό­τι χή­ρε­ψε γρή­γο­ρα εί­χε μό­νο δύ­ο παι­διά τον Γιώρ­γη και το Α­πο­στό­λη. Έ­δω­σε και στα δύ­ο μόρ­φω­ση σχο­λαρ­χεί­ου, δεν συ­νέ­χι­σαν ό­μως τις σπου­δές με σκο­πό να δια­χει­ρι­στούν τη με­γά­λη του πε­ριου­σί­α. Πο­λύ νω­ρίς έ­χα­σε την γυ­ναί­κα του και ε­μπι­στεύ­τη­κε τα δύ­ο παι­διά του στην Πα­να­γιώ­τα Σερ­βέ που της εί­χε δώ­σει με­γά­λα δι­καιώ­μα­τα πά­νω στη δια­παι­δα­γώ­γη­σή τους για­τί ή­ταν γυ­ναί­κα με με­γά­λο η­θι­κό α­νά­στη­μα.
Α­πο­στό­λης Π. Ρό­ζος 1865
Παντρεύτηκε στη Σε­λιά­να στου Μπα­λή και α­πέ­κτη­σε δύ­ο παι­διά τον Θο­δω­ρή που έ­με­νε στα Σε­λια­νί­τι­κα και μί­α κό­ρη τη Μα­ρί­α που πα­ντρεύ­τη­κε το συμ­βο­λαιο­γρά­φο Α­να­γνω­στό­που­λο Παύ­λο.
Α­πό τη δια­θή­κη του Πα­να­γή με η­με­ρο­μη­νί­α 29 Ιου­λί­ου 1902 του Συμ­βο­λαιο­γρά­φου Χρή­στου Κ. Ρη­γό­που­λου α­πό τη Σε­λιά­νια, α­να­φέ­ρει ο συμ­βο­λαιο­γρά­φος ό­τι ο Πα­να­γής Α. Ρό­ζος ή­ταν κλι­νή­ρης με βα­ριά πλη­γή στον τέ­νο­ντα του δε­ξιού πο­διού. Ε­γκα­θι­στά κλη­ρο­νό­μους τους δύ­ο γιους του Γιώρ­γη και Α­πο­στό­λη. Στον Α­πο­στό­λη α­φή­νει ό­τι δεν­δρο­πε­ρί­βο­λα κα­τά τους γά­μους του έ­χει πα­ρα­χω­ρή­σει στα Σε­λια­νή­τι­κα Αι­γί­ου και στα Οι­κο­νο­μέ­ϊ­κα της πε­ρι­φε­ρεί­ας Βλω­βο­κάς και ό­τι κα­τω­τέ­ρω θα υ­πο­χρε­ώ­σει τον υ­ιόν του Γε­ώρ­γιο να του δώ­σει. Στον υ­ιόν του Γε­ώρ­γιο α­φή­νει ά­πα­σα την πε­ριου­σί­α του στην πε­ρι­φέ­ρεια του Δή­μου Φελ­λό­ης και Αι­γεί­ρας. Υ­πο­χρε­ώ­νει δε τον υ­ιόν του Γε­ώρ­γιο να δώ­σει στον Α­πο­στό­λη την οι­κί­α του ε­ντός του χω­ριού Σε­λια­νή­τι­κα του Δή­μου Αι­γί­ου με την πε­ριο­χή του προ­αυ­λί­ου, χα­μο­κέ­λας και του πε­ρι­βο­λιού.
Γιώρ­γης Π. Ρό­ζος 1859-1936
Πα­ντρεύ­τη­κε την α­δελ­φή του Δη­μάρ­χου Φελ­λό­ης Μα­ρί­α Πα­λαιο­λο­γο­πού­λου α­πό την Α­ρά­χο­βα (Ε­ξο­χή) και α­πέ­κτη­σαν τέσ­σε­ρα παι­διά τον Κώ­στα, τον Θε­ό­δω­ρο, τον Αγ­γε­λή και μί­α κό­ρη την Βα­σι­λι­κή. Ό­ταν συ­στά­θη­καν οι κοι­νό­τη­τες το 1912, πρώ­τος πρό­ε­δρος της Βερ­γου­βί­τσας ή­ταν ο Γε­ώρ­γιος Π. Ρό­ζος, α­πό­γο­νος του πρώ­του με­τε­πα­να­στα­τι­κού δη­μάρ­χου Γε­ωρ­γί­ου Β. Ρό­ζου.
Κώ­στας Γ. Ρό­ζος (1889-1980)
Πο­λέ­μη­σε το 1912 στην εκ­στρα­τεί­α κα­τά των Τούρ­κων στις μά­χες Ε­λάσ­σο­νος, Γιαν­νι­τσών, Σα­ρα­ντα­πό­ρου, Λέ­σβου και Χί­ου με το βαθ­μό του υ­πα­ξιω­μα­τι­κού και τι­μή­θη­κε με με­τάλ­λια αν­δρεί­ας. Έ­γι­νε πρό­ε­δρος της κοι­νό­τη­τας, εκ­κλη­σια­στι­κός σύμ­βου­λος και μέ­χρι το τέ­λος της ζω­ής του εν­δια­φέρ­θη­κε για την πρό­ο­δο της γε­νέ­τει­ρας. Σαν πρό­ε­δρος διο­ρί­σθη­κε α­πό το Νο­μάρ­χη Α­χα­ΐ­ας τον Μάρ­τιο του 1945 που λό­γο του εμ­φυ­λί­ου πο­λέ­μου χρειά­ζο­νταν αν­θρώ­πους με ή­θος και κοι­νή α­πο­δο­χή. Χά­ρις στις ε­πί­μο­νες προ­σπά­θειές του κα­τά­φε­ρε τον Μάρ­τιο του 1952 να ε­ξα­σφα­λί­σει χρη­μα­το­δό­τη­ση 10 ε­κα­τομ­μυ­ρί­ων για την κα­τα­σκευ­ή του δρό­μου Αι­γεί­ρας Βερ­γου­βί­τσας, με τη βο­ή­θεια του τό­τε Υ­πουρ­γού Υ­γεί­ας κ. Ζα­ϊ­μη.
Ο Κώ­στας Ρό­ζος πα­ντρεύ­τη­κε την Ου­ρα­νί­α Κα­ρα­δή­μα α­πό την Γκού­ρα και έ­κα­νε τέσ­σε­ρις γιους τον Γιάν­νη που σκο­τώ­θη­κε την κα­το­χή το 1943 τε­λω­νια­κό, τον Χρι­στό­φο­ρο τε­λω­νια­κό, τον Σω­τή­ρη α­στυ­νο­μι­κό -τα­χυ­δρο­μι­κό το Νί­κο που πα­ρέ­μει­νε στην Αι­γεί­ρα και μια κό­ρη τη Μα­ρί­α που πα­ντρεύ­τη­κε στην Α­θή­να.
Θό­δω­ρος Γ. Ρό­ζος (1896-1980)
Έ­βγα­λε την ε­μπο­ρι­κή σχο­λή Πα­τρών σπού­δα­σε στην Πά­ντειο και πή­ρε τον βαθ­μό του Γε­νι­κού ε­πι­θε­ω­ρη­τή ε­φο­ριών. Το εν­δια­φέ­ρον του Θό­δω­ρου για το χω­ριό ή­ταν με­γά­λο. Με τη συ­ντα­ξιο­δό­τη­ση του γύ­ρι­σε στην γε­νέ­τει­ρα, έ­κτι­σε σπί­τι που έ­με­νε ό­λο το χρό­νο. Συ­ν­τέ­λε­σε στην υ­δρο­δό­τη­ση της εκ­κλη­σί­ας με α­ντλί­α πριν γί­νει σύν­δε­ση με τη δε­ξα­με­νή, χρη­μα­το­δό­τη­σε το βι­βλί­ο ¨Ι­στο­ρί­α του χω­ριού Βερ­γου­βί­τσα¨ α­κό­μα και τον οι­κο­γε­νεια­κό του τά­φο τον έ­φτια­ξε στο νε­κρο­τα­φεί­ο του χω­ριού. Έ­δι­νε βρα­βεί­α στους μα­θη­τές του χω­ριού, δεί­χνο­ντας έ­τσι την Ρο­ζέ­ι­κη προ­σή­λω­ση για την πνευ­μα­τι­κή α­νά­πτυ­ξη του τό­που. Εί­χε παι­διά τον Γιώρ­γη, τον Νί­κο, τον Τά­κη και μια κό­ρη την Α­σπα­σί­α. Τα τε­λευ­ταί­α χρό­νια ο Νί­κος μέ­νει μό­νι­μα στην Βερ­γου­βί­τσα στο σπί­τι του Θό­δω­ρου δεί­χνο­ντας και αυ­τός την α­γά­πη για το χω­ριό των προ­γό­νων του.
Αγ­γε­λής Γ. Ρό­ζος
Με­γα­λο­φα­με­λί­της, δη­μιουρ­γι­κός, φι­λό­πα­τρις, α­ντι­να­ζι­στής και α­ντι­φα­σί­στας, εί­χε φοι­τή­σει στην ε­μπο­ρι­κή σχο­λή Πα­τρών. Α­να­μεί­χθη­κε στα κοι­νά του χω­ριού του, πέ­θα­νε ό­μως νω­ρίς. Ά­φη­σε τέσ­σε­ρις γιους τον Γιώρ­γη, τον Αρ­γύ­ρη, τον Θα­νά­ση μετανάστες στην Αυ­στρα­λί­α, τον Πα­να­γή στην Ελ­λά­δα και τρεις κό­ρες την Αγ­γε­λι­κή την Βα­σι­λι­κή και την Ε­λευ­θε­ρί­α. Ο Πα­να­γής διε­τέ­λε­σε Πρό­ε­δρος στην κοι­νό­τη­τα Αι­γεί­ρας για αρ­κε­τά χρό­νια και το κα­λο­καί­ρι έ­με­νε στην Βερ­γου­βί­τσα που τό­σο α­γα­πού­σε.
Η Αγ­γε­λι­κή πα­ντρεύ­τη­κε στην Ε­λί­κη τον για­τρό Παναγιώτη Αγ­γε­λό­που­λο που πέ­θα­ναν ό­μως νω­ρίς και ά­φη­σαν ορ­φα­νή τη κό­ρη τους Κονδύλω - Λού­λα .
Α­να­γνώ­στης Ρό­ζος 1760 - Αγ­γε­λής Ρό­ζος 1860
Ο Α­να­γνώ­στης Ρό­ζος εί­ναι μια ση­μαί­νου­σα προ­σω­πι­κό­τη­τα της επο­χής του. Το ό­νο­μα Α­να­γνώ­στης δη­λώ­νει μορ­φω­μέ­νο ά­το­μο ή κα­τα­γω­γή α­πό μορφω­μέ­νους γο­νείς. Η ά­πο­ψή μας αυ­τή α­πο­κτά πε­ρισ­σό­τε­ρη ι­σχύ και α­πό το γεγο­νός ό­τι το 1828 ε­ξε­λέ­γη δη­μο­γέ­ρο­ντας στην Βερ­γου­βί­τσα. Ο Α­να­γνώ­στης λοι­πόν εί­ναι έ­να πρό­σω­πο μό­νο στην ι­στο­ρί­α χω­ρίς να έ­χου­με πε­ρισ­σό­τε­ρες πλη­ροφο­ρί­ες για τους προ­γό­νους ή α­πο­γό­νους του.
Αγ­γέ­λω Χή­ρα Γε­ωρ­γα­ντά – Ρό­ζου
Α­πό συμ­βό­λαιο του 1886 φαί­νε­ται η Αγ­γέ­λο χή­ρα Γε­ωρ­γα­ντά – Ρό­ζου και οι δύ­ο γιοι της ο Η­λί­ας Γ. Ρό­ζος και ο ε­τε­ρο­θα­λής α­δελ­φός του Θε­ο­φά­νης Γ. Ρό­ζος. Α­πό συμ­βό­λαιο του 1922 α­πο­δει­κνύ­ε­ται ό­τι ο Θε­ο­φά­νης Γ. Ρό­ζος α­πε­βί­ωσε το 1897.
Α­πό­γο­νοι του Θε­ο­φά­νη Γ.Ρό­ζου ή­ταν ο Πα­να­γής και ο Αρ­γύ­ρης.
Ο Πα­να­γής Γ. Ρό­ζος εί­χε γιούς τον Θε­ο­φά­νη και τον Βα­σί­λη ση­με­ρι­νοί κά­τοικοι Αι­γεί­ρας.
Α­πό έγ­γρα­φο του 1902 α­πο­δει­κνύ­ε­ται ό­τι ο Η­λί­ας Γ. Ρό­ζος εί­χε γιο τον Γε­ώρ­γιο Ηλ. Ρό­ζο α­πό­γο­νος του οποί­ου ο Η­λί­ας Ρό­ζος εί­ναι ση­με­ρι­νός κά­τοι­κος Αι­γεί­ρας.
Ιω­άν­νης Γ. Ρό­ζος 1850
Ως κάτοικος Βερ­γου­βί­τσας α­να­φέ­ρε­ται στο 589 συμβό­λαιο του συμ­βο­λαιο­γρά­φου Φελ­λό­ης Χρή­στου Ρη­γό­που­λου το έ­τος 1899. Α­πό τον Ιω­άν­νη Γ. Ρό­ζο προ­έρ­χο­νται οι Ρο­ζέ­οι της Βερ­γου­βί­τσας. Τα α­δέλ­φια Γιάν­νης και Γιώρ­γης Ρό­ζος α­πό­γο­νοι του Ιω­άν­νη Γ. Ρό­ζου, μό­νι­μοι κάτοικοι μέ­χρι πρό­σφα­τα του χωριού και α­πό τους τε­λευ­ταί­ους Ρο­ζέ­ους της Βεργουβίτσας.
Ο Γε­ώρ­γιος Ρό­ζος προ ει­κο­σα­ε­τί­ας εί­χε δια­τε­λέ­σει Πρό­ε­δρος της Κοι­νότη­τας Βερ­γου­βί­τσας - Μο­να­στη­ρί­ου.
Οι Ρο­ζέ­οι της Σβυ­ρούς
Για τους Ρο­ζέ­ους της Σβυ­ρούς παίρ­νου­με πλη­ρο­φο­ρί­ες α­πό μια δι­κα­στι­κή α­πό­φα­ση, 8-5-1831 Β.Π α­ριθ. 517-518 όπου ο Βα­σί­λειος Στα­μα­τά­κης – Ρό­ζος, κα­τό­πιν αι­τή­σε­ώς του ο­ρί­ζε­ται ε­πι­τρο­πο­κη­δε­μών των α­νη­λί­κων α­δελ­φών του Πα­να­γιώ­τας και Στα­μα­τού­λας. Το δι­κα­στή­ριο ε­πέ­στη­σε την προ­σο­χή του στα ε­ξής κα­θή­κο­ντα: να ε­πα­γρυ­πνεί σαν πα­τέ­ρας αυ­τών μέ­χρι να ε­νη­λι­κιω­θούν, να προ­σέ­χει α­κρι­βέ­στα­τα την δια­χεί­ρι­ση της πα­τρι­κής πε­ριου­σί­ας και να κρα­τεί λο­γα­ρια­σμό. Να μην πω­λή­σει το πα­ρα­μι­κρό πράγ­μα ά­νευ νο­μί­μου αι­τί­ας και α­δεί­ας του δι­κα­στη­ρί­ου, να φρο­ντί­ζει για ε­παύ­ξη­ση αυ­τών και να φρο­ντί­ζει ως άλ­λος πα­τήρ να υ­πε­ρα­σπί­ζε­ται αυ­τά καθ΄ ό­λη την α­παι­τού­με­νη έ­κτα­ση.
Α­κό­μα σε μια βε­βαί­ω­ση για πο­λι­τι­κή α­πο­ζη­μί­ω­ση στο Σπύ­ρο Γε­ωρ­γί­ου α­πό τη Σβυ­ρού για την συ­με­το­χή του στο α­γώ­να της ε­πα­νά­στα­σης, υ­πο­γρά­φει στις 29 Ιου­λί­ου 1865 Πρό­ε­δρος Σβυ­ρούς Ιω­άν­νης Ρό­ζος.
Αρ­γό­τε­ρα σε πω­λη­τή­ριο συμ­βό­λαιο τον Μά­ϊ­ο του 1883 υ­πο­γρά­φει ο Πα­να­γιώ­της Ιωάν­νου Ρό­ζος, ο γιος του Προ­έ­δρου.
Υ­πάρ­χουν ό­μως αρ­κε­τοί Ρο­ζέ­οι που δεν α­να­φέ­ρο­νται. Ο λό­γος εί­ναι ό­τι οι πρό­γο­νοί τους πι­θα­νόν να μην εί­χαν α­να­γνω­ρι­σμέ­να ε­πώ­νυ­μα. Οι ερ­γα­σια­κές σχέ­σεις ό­μως που ί­σως εί­χαν τα πρό­σω­πα αυ­τά με κά­ποιους Ρο­ζέους πι­θα­νόν να τους έ­δω­σε το ε­πώ­νυ­μο Ρό­ζος.
Το σπου­δαιό­τε­ρο εί­ναι ό­τι σε ό­λες τις φα­τρί­ες των Ρο­ζέ­ων ε­πι­κρα­τού­σαν τα ί­δια ο­νό­μα­τα, Γιάν­νης, Θα­νά­σης, Γιώρ­γης, Α­πο­στό­λης, Σω­τή­ρης κ.α.
Στους πο­λυ­φα­με­λί­τες μπαί­νει και κα­νέ­να πα­ρα­πά­νω ό­πως Νί­κος , Χρή­στος, Δη­μή­τρης κ.α. Το α­ξιο­πε­ρί­ερ­γο εί­ναι ό­τι και οι Ρο­ζέ­οι του Με­τσό­βου έ­χουν και αυ­τοί τα ί­δια ο­νό­μα­τα ό­πως Αγ­γε­λής, Γιώρ­γης, Γιάν­νης, Α­πο­στό­λης.